Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2008

Από την ανυπακοή του Κρόιφ στη «συγγνώμη» του Πιρές


Όλα τα είχε ο μπαξές στα 70s! Από τότε η διαφημιστική μάχη Adidas - Puma, μέσω αθλητών, απέκτησε φαντασία και ποικιλία. Ήθελες διαφήμιση συγκεκαλυμμένη; Ιδού ο Πελέ. Επιθυμούσες μία απροσχημάτιστη, ωμή; Να 'ταν καλά ο Μαρκ Σπιτς. Ήθελες να μάθεις τι σημαίνει «ανταρσία»; Δίδασκε ο Κρόιφ.
Ούτε πέντε ούτε δέκα, αλλά 120.000 δολάρια είχε εισπράξει προκαταβολικά ο Πελέ για να κάνει εκείνη την απλή κίνηση, τον Ιούνιο του 1970, στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου: λίγα δευτερόλεπτα προτού σφυρίξει ο διαιτητής, εκείνος στο κέντρο του γηπέδου έδεσε τα κορδόνια των παπουτσιών του. Ναι, τα άτιμα είχαν μείνει λυμένα την κατάλληλη στιγμή. Μοιραία οι κάμερες έκαναν «κοντινό» στα Puma του Πελέ. Η αμοιβή των 120.000 δολαρίων για μια απλή κίνηση ήταν εξαιρετικά αδρή, εάν σκεφθεί κανείς ότι ένα μήνα αργότερα (Ιούλιος 1970) οι «Λόιντς» του Λονδίνου διέθεσαν 60.000 δολάρια, ασφαλίζοντας τα παπούτσια που φορούσε ο Πελέ όταν σημείωνε το χιλιοστό γκολ της καριέρας του. Για να δώσουμε ένα ακόμα μέτρο σύγκρισης, αναφέρουμε το εξής: τον Ιούλιο του 1970 στη Νέα Υόρκη πωλήθηκε σε δημοπρασία μια επιστολή του Έντγκαρ Άλαν Πόε προς τον εργοδότη του, από το 1843. Εύρημα-θησαυρός για συλλέκτες. Στη δημοπρασία «έπιασε» 5.250 δολάρια. Ο Πελέ για να δέσει τα κορδόνια του «έπιασε» 22 φορές περισσότερα.
Βεβαίως, τα περί των 120.000 δολαρίων μαθεύτηκαν αργότερα. Η κίνηση του Πελέ τη στιγμή που έγινε φάνηκε αυθόρμητη, αθώα. Αντιθέτως θα έπρεπε κάποιος να κατέχει... πτυχίο ηλιθιότητας για να μην αντιληφθεί το παιχνίδι του Μαρκ Σπιτς στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1972: στην απονομή των μεταλλίων για τα 200 μέτρα ελεύθερο, μόλις ανέβηκε στο βάθρο, ο Σπιτς έβγαλε τα παπούτσια του –Adidas ήταν– και τα κρατούσε, λες και ήταν το χρυσό του μετάλλιο! Η ΔΟΕ κάλεσε τον δεινό κολυμβητή και φοβερό διαφημιστή σε απολογία. Εκείνος είπε: «Δεν ήταν διαφήμιση, με παρέσυρε ο ενθουσιασμός μου». Η ΔΟΕ έκανε το κορόιδο και έδωσε άφεση αμαρτιών. Πιθανότατα θα το έκανε ακόμα κι αν ο Σπιτς είχε πει «έβγαλα τα παπούτσια γιατί με στένευαν και τα ανέμιζα για να πάρουν αέρα και να φύγει η δυσοσμία τους». Δώδεκα χρόνια αργότερα, στους Αγώνες του Λος Άντζελες, η Adidas θα γινόταν η πρώτη φίρμα που θα απευθυνόταν τόσο μαζικά στους ακουστικούς τύπους του παγκόσμιου καταναλωτικού κοινού –κι όχι μόνο τους οπτικούς: πόσα εκατομμύρια τηλεθεατών δεν απόρησαν με εκείνο το «κόμπιασμα» του Αμερικανού δρομέα Έντουιν Μόουζες, που είπε τρεις φορές τη φράση «spirit of the game», εκφωνώντας τον αθλητικό όρκο. Πολλοί θεώρησαν ότι ο Μόουζες ήταν συγκινημένος. Πριν στεγνώσουν τα δάκρυα και της δικής τους συγκίνησης, να σου η διαφημιστική εκστρατεία της Adidas. Με σλόγκαν –τι άλλο; «Spirit of the game».
Είχε, όμως, και η Puma την πατέντα της: ρήγμα στο κάστρο του αντιπάλου. Αντιγράφουμε απόσπασμα παλιότερου (Ιούλιος 2008) άρθρου του Χρίστου Χαραλαμπόπουλου για τον Γιόχαν Κρόιφ και τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1974: «Έχοντας υπογράψει αποκλειστικό συμβόλαιο συνεργασίας με την Puma, αρνήθηκε να φορέσει την πορτοκαλί μπλούζα της Adidas με τις τρεις ρίγες που φορούσε η εθνική. Φόρεσε μια φανέλα ιδίου χρώματος με δύο ρίγες και χωρίς το σήμα της γερμανικής πολυεθνικής». Αυτά, τότε. Παγκόσμιο Κύπελλο '74, στη Γερμανία. Στις ημέρες μας, όμως, θεωρείται αδιανόητη όχι μόνο μια ανάλογη... παραποίηση στολής (φανέλας), αλλά κι αυτή ακόμη η παροχή ελευθερίας στον ποδοσφαιριστή να επιλέξει παπούτσια. Παράδειγμα; Όσα διαδραματίστηκαν εν όψει του πρόσφατου (2006) Μουντιάλ στη Γερμανία.
Σαφής και κατηγορηματικός ήταν το 2005 ο προπονητής της εθνικής Γερμανίας, Γιούργκεν Κλίνσμαν: όλοι οι παίκτες θα φορούσαν παπούτσια Adidas, διαφορετικά θα... έπαιρναν τα παπούτσια στο χέρι και πόδι από την ομάδα. Όσοι Γερμανοί διεθνείς είχαν ήδη υπογράψει συμβόλαια με άλλες φίρμες, ας τα έσκιζαν. Η Adidas ήταν χορηγός της «νατσιονάλμανσάφτ», αλλά και του Μουντιάλ που θα διεξαγόταν «στο σπίτι της». Στη Γερμανία. Επιπλέον, η Adidas είχε ήδη ανανεώσει το συμβόλαιό της με τη FIFA έως το 2014, καταβάλλοντας 215 εκατομμύρια δολάρια. Δεν θα δεχόταν, λοιπόν, «παρασπονδίες» και μάλιστα στην έδρα της.
Θα αναρωτηθεί κανείς: «Καλά, πού στην ευχή πηγαίνει, σε αυτές τις περιπτώσεις, η περίφημη ελευθερία της ατομικής διαπραγμάτευσης και επιλογής;». Ελάτε τώρα... Περίπατο πηγαίνει, όπως πηγαίνουν και όλα τα θέσφατα της «ελεύθερης αγοράς», κάθε φορά που ζορίζουν τα πράγματα. Θέλετε φρέσκο παράδειγμα; Δεν είδατε τι έγινε στις ΗΠΑ; Η κυβέρνηση κρατικοποίησε τις δύο μεγαλύτερες εταιρείες στεγαστικής πίστης, οι οποίες –προς δόξαν της «ελεύθερης οικονομίας»– θα ορθοποδήσουν χάρη σε 200 εκατομμύρια δολάρια των Αμερικανών φορολογούμενων. Όταν ο «κρατισμός» θριαμβεύει στη Μέκκα του νεοφιλελευθερισμού, απορείτε που η ενσάρκωση του κράτους στον χώρο του ποδοσφαίρου, μια εθνική ομοσπονδία, επιβάλλει μέχρι κεραίας το οικονομικό της «θέλω» στους παίκτες;
Τουλάχιστον οι «καθαρές εξηγήσεις» του Κλίνσμαν αφορούσαν τα παπούτσια των παικτών της εθνικής κατά τη διάρκεια της διεκπεραίωσης των αγωνιστικών τους υποχρεώσεων. Τι να πει και ο Ρομπέρ Πιρές... Ο Γάλλος διεθνής τον Νοέμβριο του 2004 απολογήθηκε επί μία ώρα και ένα τέταρτο ενώπιον της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας της χώρας του, πριν διαβεβαιώσει: «Δεν θα το ξανακάνω». Ποιο ήταν το έγκλημά του; Εμφανίστηκε σε τηλεοπτική αθλητική εκπομπή με φανελάκι της Puma, μολονότι ως διεθνής όφειλε να φορά Adidas ή απλώς... πολιτικά ρούχα. «Ποιος μας διαβεβαιώνει ότι ο Πιρές φόρεσε Puma τυχαία και με το αζημίωτο;», θα αναρωτηθεί κάποιος. Κανείς. Το θέμα είναι ότι ουδείς μπορεί να μας φωτίσει για κάτι ακόμα: πού ακριβώς θα σταματήσει το «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» των χορηγών; Αν ο Πιρές κλήθηκε για «ανάρμοστη περιβολή» σε μια τηλεοπτική εκπομπή (!), πόσο απέχει η ημέρα κατά την οποία οι κανόνες ένδυσης-υπόδησης θα δεσμεύουν κάθε δημόσια εμφάνιση ενός αθλητή; Κι αν η ποδοσφαιρική ομάδα διαφημίζει στη φανέλα φίρμα αυτοκινήτου ή κινητού κι ένας παίκτης της φωτογραφηθεί –ας πούμε για κάποιο life style περιοδικό– με το άλλης μάρκας όχημα ή τηλέφωνό του; Θα έχει «τραβήγματα»;
Μη στοιχηματίσετε ότι κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί ποτέ. Διότι πριν από κάμποσα χρόνια θα γελούσατε εάν σας έλεγαν ότι κάποια στιγμή θα «έτρωγε» άγρια κατσάδα ένας χειριστής κάμερας επειδή θα έκανε «ζουμ» πάνω σε θεατή ο οποίος φορούσε μπλούζα αθλητικής φίρμας που δεν ήταν χορηγός! Τι είπατε; «Πότε έγινε αυτό;». Α, είναι μία από τις –εν πολλοίς άγνωστες– ιστορίες των «αγνών» Αγώνων του 2004 στην Αθήνα!
ΥΓ.: Από τότε που μεγάλος αντίπαλος της Adidas έγινε παγκοσμίως η Nike, πλήθυναν οι δίκες και οι μηνύσεις. Μία από αυτές: η Nike υπέγραψε το 2005 συμβόλαιο με την ομοσπονδία κρίκετ της Ινδίας, αλλά το αστέρι της ομάδας, ο Σαχίν Τελντουλκάρ, είχε ήδη συμβόλαιο με την Adidas. Αξίωσε να μη χρησιμοποιήσει η Nike σε διαφήμισή της το όνομα ή κάποια φωτογραφία του. Τα δικαστήρια τον δικαίωσαν.

http://www.sport-fm.gr/article/145932

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2008

Ο πόλεμος των αδερφών Ντάσλερ άρχισε στον... Πόλεμο


Ιούλιος 1924, στη βαυαρική πόλη Χερτζοχενάουραχ: στο πλυσταριό του σπιτιού της οικογένειας οι δύο γόνοι Ντάσλερ «στήνουν» βιοτεχνία κατασκευής αθλητικών παπουτσιών. Ο Άντολφ (Άντι), 24 ετών, έχει μόλις εγκαταλείψει την ιδέα να γίνει φούρναρης και συνεργάζεται με τον κατά δύο χρόνια μεγαλύτερο αδελφό του, τον Ρούντολφ. Γεννιέται έτσι το Εργοστάσιο Υποδημάτων Αδελφών Ντάσλερ (Gebruder Dassler Schuhfabrik).
Κατά τις ίδιες ημέρες, τον Ιούλιο του 1924, στο Παρίσι διεξάγονται Ολυμπιακοί Αγώνες, απόντων των Γερμανών αθλητών. Νωρίτερα ο Γάλλος πρωθυπουργός Ρεϊμόν Πουανκαρέ είχε αρνηθεί να τους χορηγήσει βίζες εισόδου στη χώρα. Το Παρίσι υπενθυμίζει στους ηττημένους του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, τους Γερμανούς, ποιοι είναι πλέον «αφεντικά» και ποιοι «παρίες» στην Ευρώπη. Οι αδελφοί Ντάσλερ, όμως, προετοιμάζουν ένα είδος «γερμανικής ρεβάνς»: τα ελαφρά, με μεράκι φτιαγμένα παπούτσια τους γίνονται γνωστά στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Άμστερνταμ το 1928 και κάνουν θραύση στους αντίστοιχους του Βερολίνου το 1936. Μέχρι να ξεσπάσει ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος η επιχείρηση Ντάσλερ πουλά 200.000 ζευγάρια ετησίως!
Σεπτέμβριος 1978: ο Άντι Ντάσλερ εγκαταλείπει τον μάταιο τούτο κόσμο, κάτι που με τον Ρούντολφ συνέβη τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Από το 1948, όταν διέλυσαν την κοινή επιχείρηση και δημιούργησαν τις Adidas και Ruda (κατοπινή Puma), ούτε ζωγραφιστό δεν ήθελε να βλέπει ο ένας τον άλλον. Ούτε καν μεταθανάτια «επαναπροσέγγιση» γίνεται: το μνήμα του Άντι στο κοιμητήριο του Χερτζοχενάουραχ το χωρίζει η μεγαλύτερη δυνατή απόσταση από τον τάφο του αδερφού του! Μίσος «αθάνατο»...
Τι ακριβώς συνέβη και τα δύο αδέλφια έγιναν άσπονδοι εχθροί; Φαινομενικώς, τίποτα σοβαρό δεν τους χώριζε. Αμφότεροι ήσαν ικανοί στη δουλειά τους. Αμφότεροι μέλη του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, του NSDAP – απλώς ο Ρούντολφ ήταν περισσότερο ένθερμος ναζί. Σύμφωνα με τη συγγραφέα του βιβλίου «Τρεις γραμμές εναντίον Πούμα», την Ολλανδέζα Μπάρμπαρα Σμιτ, η οποία επί μια πενταετία «ξεσκόνισε» τα αρχεία της Adidas και της Puma και πήρε διακόσιες και πλέον συνεντεύξεις, η αρωγή που παρείχε το χιτλερικό καθεστώς στην επιχείρηση Ντάσλερ ήταν καταλυτική. Κάπως έτσι, άλλωστε, οι Ντάσλερ έγιναν αποκλειστικοί προμηθευτές των Ολυμπιακών Αγώνων του Βερολίνου. Μετά τον πόλεμο, η επιτυχημένη ήδη φίρμα τους θα ριχνόταν στην κούρσα του (όποιου) ανταγωνισμού, καταλαμβάνοντας την καλύτερη δυνατή θέση στην εκκίνηση. Η θητεία των δύο αδελφών στο NSDAP ασφαλώς δεν αποτελούσε σοβαρό ανασταλτικό παράγοντα – πολλές χιλιάδες Γερμανών είχαν διατελέσει μέλη του. Σε τελική ανάλυση, τέτοιος φόβος αποκλείεται να διακατείχε τους δύο αδερφούς, εφόσον καθένας τους συνέχισε τις εμπορικές δραστηριότητές του – και μάλιστα με πάθος και πείσμα. Τι μπορεί να εξηγήσει τη μεταξύ τους έχθρα;
Κατά τα φαινόμενα, ο προσωπικός πόλεμος μεταξύ τους κηρύχθηκε κάπου στα μέσα του «κανονικού», Μεγάλου Πολέμου. Οι αιτίες δεν θεμελιώνονται στην «τετράγωνη λογική». Θα πρέπει να αναζητηθούν στην καλπάζουσα αμοιβαία καχυποψία που δηλητηρίαζε, ολοένα και περισσότερο, τις σχέσεις τους. Λένε ότι ο πόλεμος μπορεί να ενδυναμώνει ή να καταστρέφει ανθρώπινες και προσωπικές σχέσεις – στην περίπτωση των αδελφών Ντάσλερ έγινε το δεύτερο. Ένα περιστατικό του 1943 καταδεικνύει πόσο αρρωστημένη είχε καταντήσει η έλλειψη εμπιστοσύνης και η καχυποψία ανάμεσά τους: για να προστατευθούν από κάποιον αεροπορικό βομβαρδισμό, ο Ρούντολφ και η οικογένειά του έσπευσαν σ' ένα καταφύγιο. Δεν άργησε να καταφύγει, εκεί, ο Άντι με τη γυναίκα του. Η πρώτη κουβέντα που είπε ο Άντι ήταν: «Οι βρομο-μπάσταρδοι πάλι ήρθαν». Προφανώς εννοούσε τα βομβαρδιστικά αεροσκάφη των συμμάχων, αλλά στον Ρούντολφ «καρφώθηκε» η ιδέα ότι ο αδελφός του αναφερόταν στον ίδιο και τη σύζυγό του! Ακολούθησε «οικογενειακός πόλεμος», εντός του καταφυγίου... Αρκετοί υποστηρίζουν ότι η αντιπάθεια που χώριζε τις γυναίκες τους παρέσυρε τα δύο αδέλφια στην έχθρα, αλλά τούτη η εκδοχή δείχνει υπερβολικά δογματικά προσκολλημένη στο «σερσέ λα φαμ».
Το Εργοστάσιο Παπουτσιών Αδελφών Ντάσλερ δεν ήταν απλώς το καμάρι του Χερτζοχενάουραχ. Ήταν και εργοδότης πολλών κατοίκων. Όταν τα δύο αδέλφια «χώρισαν τα τσανάκια» τους, χωρίστηκε στα δύο και η πόλη. Ο Άντι έντυσε με τις τρεις παράλληλες γραμμές της Adidas τη μία ομάδα της πόλης, την ASV Herzogenaurach. Ο Ρούντολφ και η Puma ανέλαβαν την άλλη, την FC Herzogenaurach.
Η διαχωριστική γραμμή δεν περιορίστηκε στο τοπικό ποδοσφαιρικό πεδίο: οι «πιστοί» του Ρούντολφ και του Άντι σύχναζαν σε χωριστά στέκια και ψώνιζαν από χωριστά μαγαζιά! Έστω και με δόσεις υπερβολής, πολλοί παραλληλίζουν το διαιρεμένο Χερτζοχενάουραχ με τον διαχωρισμό του Ανατολικού Βερολίνου από το Δυτικό. Ψυχρός Πόλεμος στη δεύτερη περίπτωση, εμπορικός στην πρώτη.
Το παιχνίδι ήταν αμφίρροπο και οι συσχετισμοί δυνάμεων γύρω στο «50-50» στο μικρό Χερτζοχενάουραχ, όχι όμως και στη διεθνή αγορά αθλητικών ειδών. Από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του '50 η Adidas επεκτάθηκε εντυπωσιακά, ενώ η Puma δυσκολευόταν να υπερβεί τα γερμανικά όρια και να καταξιωθεί ως «παίκτης» παγκόσμιας εμβέλειας. Αυτό θα το καταφέρει, χρόνια αργότερα, στα χέρια του Άρμιν (κυρίως αυτού) και του Γκερντ Ντάσλερ, παιδιών του Ρούντολφ. Αλλά και η Adidas έμελλε να επεκταθεί ακόμα περισσότερο, όταν ανέλαβε τα ηνία ο Χορστ Ντάσλερ, γιος του Άντι. Ίδρυσε τη γαλλική θυγατρική της εταιρείας και –το κυριότερο– αποδείχθηκε μεγάλος «μάστορας» στην προσέγγιση ισχυρών αθλητικών παραγόντων. Οι Άγγλοι δημοσιογράφοι Βιβ Σίμσον και Άντριου Τζένινγκς αναλύουν –σε βιβλίο τους- κάποιες πτυχές αυτής της διαπλοκής. Περιγράφουν πόσο μεθοδικά ο Χορστ Ντάσλερ βοήθησε τον πρόεδρο της FIFA Ζοάο Χαβελάνζε να υλοποιήσει ένα σχέδιό του: τη συμμετοχή 24 ομάδων –και όχι 16– στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1982. Εξηγούν ακόμα πώς οι καλές σχέσεις του Χορστ τόσο με τον Χαβελάνζε όσο και με τον Χουάν Αντόνιο Σάμαρανκ βοήθησαν τον τελευταίο να αναρριχηθεί στην προεδρία της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής το 1980.
Το 1989 σημειώθηκαν αλλαγές στο ιδιοκτησιακό καθεστώς αμφότερων των εταιρειών. Οι γιοι του Ρούντολφ πούλησαν το 72% της Puma στην εταιρεία ελβετικών συμφερόντων Cosa Lieberman. Η Adidas πωλήθηκε στον Γάλλο Μπερνάρ Ταπί, πριν περιέλθει (1993) στον Ελβετοεβραίο Ρόμπερτ Λούι Ντρέιφους. Ο Χορστ είχε πεθάνει το 1987 και ο Αρμιν «έφυγε» το 1990. Oι «προπάτορες» Άντι και Ρούντολφ μάλλον δεν θα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν τέτοια σφραγίδα... παγκοσμιοποίησης, όχι στο πεδίο δράσης, αλλά στο ιδιοκτησιακό status των δύο εταιρειών. Όπως ίσως δεν θα μπορούσαν να φανταστούν ότι κάποια ημέρα ο εγγονός του ενός –του Ρούντολφ– θα έκανε μία συμβολική κίνηση «επανένωσης»: ο Φρανκ Ντάσλερ, που εργάστηκε και στην Adidas και στην Puma, ίδρυσε κοινό οικογενειακό μουσείο. Πού αλλού; Στο Χερτζοχενάουραχ. Το έχουν αυτό το πλεονέκτημα τα μουσεία: στα ράφια και τις τζαμαρίες εξαλείφουν χάσματα που ουδέποτε γεφυρώθηκαν στην ίδια τη ζωή. Τουλάχιστον όχι στη ζωή αυτών των δύο «γεναρχών».
ΥΓ.: Ο Άντι και ο Ρούντολφ, πάντως, στη δύση της ζωής τους (πρώιμα 70s) πρόλαβαν να δουν το παιχνίδι της διαφήμισης μέσω αθλητών να εξελίσσεται. Να το διέπει περισσότερη φαντασία και ευελιξία. Τι γινόταν τότε που δεν θα μπορούσε να συμβεί στις ημέρες μας;

http://www.sport-fm.gr/article/145791

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

Μπαρτέλ: το πρώτο γερό... ντιρέκτ στη διεθνή αναμέτρηση Puma–Adidas


Ωραία, νίκησε η Εθνική ομάδα στο Λουξεμβούργο. Ο αγώνας ήταν εν γένει άχρωμος, ο αντίπαλος εξαιρετικά αδύναμος, η εμφάνιση σκέτη διεκπεραίωση. Το παιχνίδι δεν προσφέρεται για πολλές αναλύσεις –οι απαραίτητες έχουν ήδη γίνει. Λέμε λοιπόν σήμερα να το ρίξουμε στην ιστορία. Υπάρχει κάτι ιστορικής εμβέλειας, που αξίζει να επισημανθεί στα μεθεόρτια του αγώνα στο Λουξεμβούργο; Ναι: το όνομα του γηπέδου. «Ζοσί Μπαρτέλ».
Για τους κατοίκους του δουκάτου το όνομα του Μπαρτέλ (φωτογραφία) παραπέμπει στο μοναδικό χρυσό μετάλλιο που κατέκτησε ποτέ το μικρό αυτό κράτος σε Ολυμπιακούς Αγώνες. Στο Ελσίνκι, το 1952, στην κούρσα των 1.500 μέτρων. Λιγότερο γνωστό, όμως, είναι κάτι άλλο: ο Μπαρτέλ ήταν το πρώτο «γκολ» που σημειώθηκε στην αέναη αναμέτρηση ανάμεσα στην Adidas και την Puma, όταν ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο φίρμες αθλητικών ειδών επεκτάθηκε κι εκτός γερμανικών συνόρων. Εάν πάλι φανταστείτε τη μάχη των δύο εταιρειών ως πυγμαχικό αγώνα με απροσδιόριστο αριθμό γύρων, τότε ο Μπαρτέλ ήταν το πρώτο γερό ντιρέκτ. Της Puma στο πρόσωπο της Adidas.
Όλα άρχισαν το 1948, όταν οι αδελφοί Ντάσλερ, ο Άντι και ο Ρούντι, διέλυσαν την κοινή επιχείρηση κατασκευής αθλητικών παπουτσιών που διατηρούσαν από το 1924 και ίδρυσαν δύο νέες. Ο Άντι δημιούργησε την Adidas, ονομασία που προέρχεται από το μικρό όνομα και την πρώτη συλλαβή του επωνύμου του ιδρυτή της (Adi Dassler). Κατ' αναλογία ο Ρούντι ίδρυσε τη Ruda (Rudi Dassler), η οποία δεν άργησε να μετονομαστεί σε Puma. Αμφότερες οι νεοϊδρυθείσες εταιρείες παρέμειναν στην έδρα της παλιάς: τη βαυαρική πόλη με το όνομα Χερτζοχενάουραχ. Άμεσο αποτέλεσμα της επιχειρηματικής διάσπασης ήταν να χωριστεί στα δύο και η πόλη: όχι μόνο εκάστη εκ των δύο ομάδων της «προσκολλήθηκε» σε καθεμία από τις φίρμες, αλλά και οι ίδιοι οι κάτοικοι... ταυτίστηκαν ψυχικά με τη μία ή την άλλη εταιρεία. Αναρωτιέστε γιατί; Ίσως επειδή η πάλαι ποτέ ενιαία βιομηχανία Ντάσλερ ήταν το μοναδικό διάσημο σήμα κατατεθέν του –κατά τα άλλα άγνωστου– Χερτζοχενάουραχ (καλύτερα να το γράφεις παρά να το προφέρεις).
Καλύτερη εκκίνηση στην κούρσα του ανταγωνισμού έκανε ο Ρούντι Ντάσλερ: παπούτσια Puma φορούσαν οι περισσότεροι από τους παίκτες της ποδοσφαιρικής δυτικογερμανικής εθνικής ομάδας. Ανάμεσά τους και ο Χέρμπερτ Μπουρντένσκι. Παίκτης της Βέρντερ Βρέμης από το 1949, ήταν ο σκόρερ του πρώτου τέρματος που πέτυχε η εθνική ομάδα της Δ. Γερμανίας ύστερα από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Τον Νοέμβριο του 1950, στη Στουτγκάρδη, με δικό του γκολ οι Δυτικογερμανοί επιβλήθηκαν των Ελβετών. Επρόκειτο για σημαντικό διαφημιστικό κέρδος της Puma, αλλά η φίρμα του Ρούντι χρειαζόταν και κάποια αμιγώς διεθνή επιτυχία, ώστε να σταθεροποιήσει και να διευρύνει το προβάδισμά της.
Αυτό το «κάτι» κατέφθασε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1952: φορώντας παπούτσια Puma, ο Μπαρτέλ νίκησε στα 1.500 μέτρα. Επειδή η φράση «χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο στο Λουξεμβούργο» ηχούσε –και τότε– ως φλύαρη απόδοση της έννοιας «απίστευτο θαύμα», ο Ρούντι είχε κάθε λόγο να ανοίγει σαμπάνιες ή, επί το βαυαρικότερο, να κερνά μπίρες τους συνεργάτες του. Τι μπορούσε να ισοφαρίσει ένα θαύμα; Ένα άλλο θαύμα. Όπως ήταν η νίκη των Δυτικογερμανών επί των Ούγγρων στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1954 στη Βέρνη.
Εκείνον τον θρίαμβο της 4ης Ιουλίου 1954, με όλες τις εθνικές και πολιτικές προεκτάσεις του, τον οικειοποιήθηκε η Adidas. Η εταιρεία του Άντι είχε πωλήσει στην ομάδα παπούτσια με ειδικά, βιδωτά καρφιά, στα οποία πιστώθηκε η ικανότητα των παικτών να τρέχουν σαν δαίμονες στο λασπωμένο τερέν. Βεβαίως, σύμφωνα με άλλα καρφιά, όχι των παπουτσιών αλλά των... κακών γλωσσών, πιο πειστικά εξηγούσε τη φυσική αντοχή των ποδοσφαιριστών της Δυτικής Γερμανίας μια έντονη οσμή παπαρούνας, την οποία ανέδυαν τα αποδυτήριά της. Όλα τούτα, όμως, θα γίνονταν αντικείμενο έντονων συζητήσεων κατά τις επόμενες δεκαετίες. Στην επιχειρηματική-διαφημιστική διελκυστίνδα η Adidas είχε πάρει το αίμα της πίσω, αφήνοντας τον Ρούντι να διαρρηγνύει τα ιμάτιά του διαμαρτυρόμενος: το αφεντικό της Puma ισχυριζόταν ότι ο μισητός (στην κυριολεξία!) αδελφός τού είχε «κλέψει» μια δική του ιδέα. Ότι τις βιδωτές τάπες τις είχε λανσάρει ο ίδιος, προμηθεύοντας με το υλικό αυτό την ομάδα της Καϊζερσλάουτερν, πρωταθλήτριας του 1953.
Είτε ήσαν ακριβείς είτε όχι, οι καταγγελίες του Ρούντι μοιραία έπεσαν στο κενό –ή, αν προτιμάτε, πνίγηκαν σε πελάγη δυτικογερμανικού ενθουσιασμού και διεθνούς θαυμασμού για την εκπληκτική επιτυχία του 1954. Το «θαύμα της Βιέννης» βοήθησε την Adidas να αυξήσει τις πωλήσεις της κι έριξε το μπαλάκι στο τερέν της Puma. Τα εντυπωσιακά χτυπήματα των δύο εταιρειών δίνονταν εναλλάξ –μία σου και μία μου– κι έτσι άπαντες ανέμεναν δυναμική απάντηση από τον Ρούντι.
Εν τω μεταξύ, όμως, κάτι είχε αρχίσει να αλλάζει: οι αθλητές-υποψήφιοι ζωντανοί διαφημιστές αντελήφθησαν ότι έτσι όπως είχε αγριέψει η διαμάχη των δύο εταιρειών, οι ίδιοι θα μπορούσαν να επωφεληθούν. Να προβάλουν μεγαλύτερες οικονομικές αξιώσεις. Όντως, στο διεθνές επιχειρηματικό αθλητικό στερέωμα η Adidas και η Puma θύμιζαν τις πανίσχυρες οικογένειες... Μπάξτερ και Ρόχο, στο γουέστερν-σπαγγέτι «Για μια χούφτα δολάρια». Ας μη λησμονούμε ότι ο τρίτος πόλος, η Nike, έμελλε να εμφανιστεί δυναμικά στο προσκήνιο πολλά χρόνια αργότερα. Ένας Δυτικογερμανός σπρίντερ, ο Άρμιν Χάρι, έδειξε να εμπνέεται από άλλο γουέστερν-σπαγγέτι. Από το «Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος». Θυμάστε τις πρώτες σκηνές της ταινίας; Τον «Κακό» (Λι βαν Κλιφ) πλήρωσαν δύο θανάσιμοι εχθροί, καθένας εκ των οποίων τού ανέθεσε να σκοτώσει τον άλλον. Ο «Κακός» τους «καθάρισε» και τους δύο. Ο Άρμιν Χάρι φονιάς δεν ήταν ο άνθρωπος, αλλά κάτι από... φραγκοφονιά είχε. Σκέφθηκε να τα πάρει και από τις δύο φίρμες.
Πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης (1960) ο Χάρι συμφώνησε με την Puma. Νωρίτερα είχε προσπαθήσει να δελεάσει και την Adidas, ώστε να ανεβάσει την αμοιβή του. Δεν τα κατάφερε. Κατόρθωσε όμως κάτι άλλο, το οποίο έκανε τον Ρούντι να... τρελαθεί από τη χαρά του: ο Άρμιν Χάρι κέρδισε χρυσό στα 100 μέτρα, τερματίζοντας την κυριαρχία των Αμερικανών στο αγώνισμα για πρώτη φορά από το 1932! Στην απονομή ο αθεόφοβος εμφανίστηκε με... Adidas, ευελπιστώντας ότι θα εισέπραττε κάποια χρήματα κι από τον Άντι Ντάσλερ. Εκείνος όμως «τα πήρε στο κρανίο» κι ο «αχόρταγος» Χάρι δεν πήρε μάρκο τσακιστό.
Όλα αυτά –σκεφθείτε– συντελέστηκαν στην περίοδο από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια μέχρι τη χαραυγή των '60s. Δεν νομίζετε ότι πρέπει να επανεξετάσουμε το στερεότυπο, σύμφωνα με το οποίο, ο σκληρός επιχειρηματικός ανταγωνισμός στον αθλητισμό είναι φαινόμενο σχετικά «νωπό»;

http://www.sport-fm.gr/article/145640

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2008

Το «καλάμι» του Κύλωνα, το «γλείψιμο» του Κίμωνα


Πολύ θέλει, νομίζετε, ο άνθρωπος για να γίνει απόλυτο ψώνιο; Ενίοτε αρκεί μια νίκη σε Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο Κύλων ο Αθηναίος το 640 π.Χ. στέφθηκε νικητής στον δίαυλο (κούρσα ταχύτητας, 384 μέτρα). «Ούτως επί τυραννίδι εκόμισε», έγραψε κι ο Ηρόδοτος. Καβάλησε το καλάμι και θέλησε να γίνει τύραννος. Είχε νυμφευθεί την κόρη τού Θεαγένη, τυράννου των Μεγάρων, οπότε ένιωθε «του σιναφιού». Ε, όταν είδε και τον χάλκινο ανδριάντα που είχε στηθεί στην Ακρόπολη προς τιμήν της νίκης του, οι φιλοδοξίες του άρχισαν να καλπάζουν. Πάνω στο καλάμι κι αυτές.
«Λογικό» δεν ήταν; Το παιδί είχε νικήσει στο άθλημα του διαύλου, δηλαδή των δύο αυλών -κάθε αυλή αντιστοιχούσε στο μήκος του σταδίου. Να μην έφτιαχνε κι αυτός μια αυλή, με παρατρεχάμενους κι υποτακτικούς; Ο Κύλων, όπως μας πληροφορεί ο Θουκυδίδης, φρόντισε να εξασφαλίσει έναν χρησμό του Μαντείου των Δελφών: έπρεπε, λέει, να καταλάβει την Ακρόπολη κατά την εορτή του Δία, διότι ο ίδιος ο θεός επιθυμούσε να συνδεθεί η ημέρα με την άνοδο του λαμπρού Ολυμπιονίκη στην εξουσία! Ναι, τέτοια παλαβομάρα. Ναι, το Μαντείο είπε τέτοιο πράγμα.
Γιατί απορείτε; Μόνο οι ελλανοδίκες «λαδώνονταν» νομίζετε;
Ο Κύλων κατέλαβε την Ακρόπολη, αλλά ο Δίας δεν έβαλε το χέρι του, όταν οι Αθηναίοι την πολιόρκησαν. Οι συνεργάτες του επίδοξου τυράννου σκοτώθηκαν. Ο ίδιος κατόρθωσε να διαφύγει -εν προκειμένω ίσως του χρησίμευσε η ιδιότητα του δρομέα. Αυτό ήταν το λεγόμενο «Κυλώνειον άγος». Υπήρχαν βεβαίως πολλοί ασφαλέστεροι και συνετοί τρόποι να επενδύσει κάποιος Ολυμπιονίκης τη δόξα του. Αρκετά παραδείγματα προσφέρουν οι εύποροι «θριαμβευτές» των αρματοδρομιών. Οι ιδιοκτήτες ίππων, που γίνονταν Ολυμπιονίκες παρακολουθώντας τους δούλους τους ηνιόχους να κάνουν όλη τη δουλειά.
Ο Κίμωνας, μπαμπάς του Μιλτιάδη, νίκησε στις αρματοδρομίες το 532 π.Χ. και το 528 π. Χ. Παρά τις νίκες του και τα λεφτά του, ο άνθρωπος μες στην καρδούλα του είχε καημό μεγάλο. Ήταν, βλέπετε, εξόριστος. Τον είχε διώξει ο τύραννος Πεισίστρατος. Ο Κίμων επιστράτευσε το… Ολυμπιακό «γλείψιμο». Αφιέρωσε τη δεύτερη νίκη του στον Πεισίστρατο. Διαβίβασε την Ολυμπιακή δόξα στον εχθρό του, κι αυτός σε αντάλλαγμα του επέτρεψε να επανέλθει στην Αθήνα. Ελάτε, τώρα, μην το βλέπετε ως συναλλαγή. Δεν ήταν παρά μια συγκινητική απόδειξη: το Ολυμπιακό πνεύμα προάγει τη φιλία και τη συμφιλίωση. Έλα όμως που προάγει και την ειρήνη… Απόδειξη; Ο αδίστακτος Αλκιβιάδης.
Αν το 420 π.Χ. εισέβαλαν οι Σπαρτιάτες στην Ηλεία, η επόμενη Ολυμπιάδα επιβεβαίωσε με τρόπο «αθηναϊκό» πόσο στενή σχέση είχαν οι Αγώνες με την… ειρήνη, την εκεχειρία κι όλα τα σχετικά παραμύθια. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος μαινόταν. Οι Αγώνες του 416 π.Χ. θα γίνονταν στον απόηχο ενός φρικτού εγκλήματος: το χώμα της Μήλου δεν είχε προλάβει να «πιει» το αίμα των κατοίκων της. Όλοι οι άρρενες κάτοικοι της Μήλου είχαν σφαγιαστεί, κατ' εντολή του Αλκιβιάδη. Ακόμη και στην Αθήνα εκδηλωνόταν δυσφορία για τη σφαγή, αλλά και για την αποτυχία της εκστρατείας στην Αμφίπολη. Ο Αλκιβιάδης χρειαζόταν οπωσδήποτε μια «τόνωση της δημοτικότητάς του», όπως θα λέγαμε σήμερα. Ποια ήταν η ευκαιρία; Μα, φυσικά, οι Αγώνες του 416 π.Χ. Ο Αλκιβιάδης έλαβε μέρος στις αρματοδρομίες με… επτά άλογα! Κέρδισε πρώτη, δεύτερη και τέταρτη θέση. Κατόπιν διεκδίκησε την ηγεσία της εκστρατείας στη Σικελία, με ένα ακλόνητο «επιχείρημα»: οι νίκες του στην Ολυμπία -είπε- αποδείκνυαν πως άξιζε τη θέση περισσότερο από κάθε άλλον.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η πιο «light» αξιοποίηση Ολυμπιακής δόξας εκ μέρους ισχυρού προσώπου ήταν εκείνη στην οποία αρκέστηκε ο τύραννος των Συρακουσών, Ιέρων. Ολυμπιονίκης κι αυτός στις αρματοδρομίες (πού αλλού;), πλήρωσε τον Βοιωτό ποιητή Πίνδαρο για να τον υμνήσει. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όσο πιο αδρή ήταν η αμοιβή τόσο μεγαλύτερες αρλούμπες αφιέρωνε ο Πίνδαρος στον πελάτη. Ο Ιέρων, φαίνεται, του έδωσε αρκετό χρήμα: «Βασιλικό σκήπτρο κρατεί στη Σικελία και κορφολογεί τις χάρες όλων των αρετών. Οι ποιητές πρέπει να δοξάζουν τον γιο του Κρόνου στου Ιέρωνα το μνημείο. Είθε οι θεοί να του δώσουν δύναμη να πετάξει στον ουρανό».
Και με τους κοινούς Ολυμπιονίκες τι γινόταν; Από το δεύτερο ήμισυ του 5ου αιώνα απολάμβαναν τα αγαθά του απόλυτου επαγγελματισμού, γαρνιρισμένου με παροχές ολκής. «Όποιος νικά στους Αγώνες της Ολυμπίας, εξασφαλίζει ωραία ζωή», έγραφε ο Πίνδαρος. Έτσι ήταν. Η ισόβια σίτιση στο πρυτανείο και –έπειτα από τον 5ο αιώνα- η πλήρης φορολογική ατέλεια ήσαν τα… στοιχειώδη προνόμια των Ολυμπιονικών. Άφθονοι εξ αυτών πλούτιζαν γρήγορα και καταλάμβαναν ζηλευτά αξιώματα. Αυτό μάλιστα συνέβαινε και προ της θέσπισης του απόλυτου επαγγελματισμού: δύο αιώνες νωρίτερα, το 630 π.Χ., χάρη στη νίκη του στην Ολυμπία, ο Χιόνις διορίστηκε επικεφαλής της αποικιοκρατικής εκστρατείας στην Αφρική. Εκείνης που είχε ως αποτέλεσμα την ίδρυση της Κυρήνης (Λιβύη). Ανθούσε, επίσης, ο θεσμός της έμψυχης, καλοπληρωμένης «γλάστρας»: μνημονεύεται πρωταθλητής που αμείφθηκε με 131 κιλά ασήμι, μόνο και μόνο για να παραστεί σε μια εκδήλωση!
Πολλά φωτεινά μυαλά της αρχαιότητας στηλίτευαν τα προνόμια των Ολυμπιονικών. Ξενοφάνης, Πλάτωνας, Σωκράτης, Αριστοφάνης, Ισοκράτης κ.λπ. Ο Δημοσθένης εξοργιζόταν με την ανοχή που επιφύλασσαν οι κανονισμοί στην απύθμενη αγριότητα της πάλης, της πυγμαχίας και του παγκρατίου.
Γίνεται ευκόλως αντιληπτό πως ποτέ δεν υπήρξε το αγνό Ολυμπιακό ιδεώδες, για το οποίο μας πιπιλούν το μυαλό από την ώρα της γέννησής μας! Κάθε ευχή για επιστροφή στις… καλές ρίζες του Ολυμπισμού ηχεί ως νουθεσία να ορμήσουμε στο τίποτε, το ποτέ και το πουθενά. Διελκυστίνδες εξουσίας, κυριαρχία του χρήματος, διαφθορά, ψευδεπίγραφες εκεχειρίες: όλα όσα θεωρούνται «κουσούρια» των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων έχουν αντίστοιχους αρχαίους προγόνους. Και μη σπεύσετε να πείτε «τουλάχιστον τότε δεν υπήρχε ντόπινγκ». Ο Παυσανίας γράφει για κάποιο διεγερτικό βότανο, του οποίου η χρήση θεωρητικώς απαγορευόταν επί ποινή θανάτου. Η ποινή δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Άλλωστε, για να εφαρμοστεί –αυτή ή κάποια άλλη- θα έπρεπε να συλληφθούν ένοχοι. Κομμάτι δύσκολο, αν σκεφθεί κανείς ποιο ήταν το αντιντόπινγκ κοντρόλ της εποχής: οι αθλητές ορκίζονταν στο άγαλμα του «Όρκιου Δία» πως σέβονταν τους κανονισμούς, κι οι Αγώνες άρχιζαν.
Δεν μπορούσε, διάβολε, να ισχύει και σήμερα τέτοιος «έλεγχος»; Θα ορκίζονταν οι 15 Έλληνες αθλητές πως ήσαν καθαροί κι όλα μέλι γάλα. Και Μ3 παρέα. Αλλά, κρίμα. Χάθηκε ο σεβασμός στις αρχαίες παραδόσεις και τώρα μας κάνουν «τσακωτούς» με δόσεις…

http://www.sport-fm.gr/article/144582

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2008

Του Αγησίλαου τα λόγια, του σταδίου τα λαμόγια


Φορούσαν κόκκινο μανδύα, την «πορφυρίδα». Κρατούσαν κλαδί φοίνικα. Όταν επιθυμούσαν να γίνει κάτι στον αγωνιστικό χώρο, όπως π.χ. να συνετιστεί ένας αθλητής που είχε βγει εκτός εαυτού και έδερνε «εκτός προγράμματος» κάποιον άλλον, έδιναν εντολή στους «αλύτες», μια ομάδα ραβδούχων και μαστιγοφόρων, να επέμβουν. Οι ίδιοι κάθονταν αναπαυτικά στη νότια πλευρά του σταδίου της Ολυμπίας.
Αυτοί ήσαν οι ελλανοδίκες. Ανώτατοι κριτές, δικαστές και επόπτες στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Απένειμαν τα βραβεία στους νικητές και επέβαλλαν ποινές, χρηματικές ή σωματικές - κοινώς, μαστίγωμα. Όλοι ντόπιοι, Ηλείοι. Ο θεσμός ήταν κληρονομικός μέχρι το 580 π.Χ. (περίπου). Τότε εγκαινιάστηκε η κλήρωση ανάμεσα στους Ηλείους πολίτες.
Η θητεία των τυχερών διαρκούσε για μία Ολυμπιάδα. Δέκα μήνες πριν από την έναρξη των Αγώνων «μαντρώνονταν» σε έναν ειδικό οίκο της Ήλιδας, τον Ελλανοδικαιώνα, και παρακολουθούσαν ταχύρρυθμα σεμινάρια εκμάθησης των κανονισμών. Ο αριθμός τους άλλαζε από αιώνα σε αιώνα και σταθεροποιήθηκε το 348 π.Χ. Δέκα. Ποια φήμη περιέβαλλε αυτούς τους τύπους; Ότι ήσαν αμερόληπτοι, όταν δεν συνέτρεχαν λόγοι για το αντίθετο. Όταν όμως συνέτρεχαν, αφήστε τα καλύτερα... Ο Άγγλος συγγραφέας του 20ού αιώνα, Άσλεϊ Μπρίλιαντ, κάλλιστα θα μπορούσε να έχει στο μυαλό του τους ελλανοδίκες όταν έλεγε σκωπτικά: «Θέλω λιγότερη διαφθορά, ή περισσότερες ευκαιρίες να συμμετάσχω». Όταν τις είχαν αυτές τις ευκαιρίες οι αξιότιμοι προϊστάμενοι των «αλυτών» γίνονταν οι ίδιοι ένα τσούρμο αργυρώνητων... αλητών. Όπως έγραφε ο Πλούταρχος («Περί Δυσωπίας»), «λαδώνοντας» ελλανοδίκες εξασφάλιζες στεφάνους νίκης, ακόμη κι αν δεν είχες πλησιάσει ποτέ αγωνιστικό χώρο!
Εάν, πάλι, ήσουν άρχοντας, βασιλιάς ή τύραννος σε κάποια πόλη και ήθελες να εξυπηρετήσεις αυλικούς, προστατευόμενους ή συγγενείς που θα λάμβαναν μέρος στους Αγώνες, ήξερες ότι κάπως θα «περνούσε» ο λόγος σου, με ή χωρίς δωράκια. Αυτό το «κάπως» περιττεύει σε περιπτώσεις Σπαρτιατών όπως ο Αγησίλαος, που είχε τους ελλανοδίκες στο «σήκω-σήκω, κάτσε-κάτσε». Κάτι απολύτως εξηγήσιμο: εάν οι «αλύτες» ήσαν οι «σεκιουριτάδες» εντός του σταδίου, ο Λακεδαιμόνιοι –όπως έχουμε ήδη αναφέρει- διαδραμάτιζαν ρόλο «μπράβων» στην ευρύτερη περιοχή Ηλείας και περιχώρων. Με τέτοια ιδιότητα, πώς να μην έχουν αυξημένη επιρροή;
Το 396 π.Χ., εποχή κατά την οποία εάν μια γυναίκα αποτολμούσε να πλησιάσει το στάδιο της Ολυμπίας κινδύνευε να αφήσει τα κόκαλά της σπασμένα στον πάτο κάποιου γκρεμού του Τυπαίου Όρους, ανακηρύχθηκε ολυμπιονίκης γένους θηλυκού! Πώς δρομολογήθηκε τούτη η εισβολή του φεμινισμού και της προόδου στους Αγώνες; «Μπάρμπας στην Κορώνη»; Όχι, αδελφός στη Σπάρτη: η νικήτρια Κυνίσκα ήταν αδελφή του Αγησίλαου. Ανακηρύχτηκε Ολυμπιονίκης στις αρματοδρομίες, παρακαλώ. Στο τέθριππο - άρμα που το κινούσαν τέσσερα άλογα. Τι ρωτήσατε; Αν φορούσε κανένα λιτό συνολάκι της εποχής την ώρα που κατηύθυνε τα άλογα; Αν οι θεατές σφύριζαν; Αν φώναζαν «πω, πω, πω, πω, πω, πω - τι παιδί είναι αυτό!», «τι σε τάιζε ο μπαμπάς σου ο Αρχίδαμος, μανάρι μου...», «αχ ,και να 'μουνα χαλινάρι να με χουφτώνεις έτσι!»; Αν την ίδια στιγμή οι ελλανοδίκες έλεγαν στους αλύτες να αναγκάσουν το κοινό «να το βουλώσει, πριν πλακώσουν για τρίτη φορά οι Σπαρτιάτες στην Ηλεία και τα ρημάξουν, πάλι, όλα»;
Όχι. Μην αφήνετε αχαλίνωτη τη φαντασία σας. Η Κυνίσκα δεν κρατούσε κανένα χαλινάρι. Ολυμπιονίκες δεν ανακηρύσσονταν οι ηνίοχοι, αλλά οι ιδιοκτήτες των ίππων! Αν ήσουν αρκετά πλούσιος ώστε να εκτρέφεις καλά άλογα και αν είχες στη δούλεψή σου ικανούς ηνιόχους, «νικούσες» χωρίς να κουνήσεις το δαχτυλάκι σου. Κατά τον Πλούταρχο, μάλιστα, ο Αγησίλαος ήταν αυτός που έπεισε την αδελφούλα του να οργανώσει ιπποφορβείο. Τον έπιασε ο πόνος για την ισότητα των δύο φύλων; Μάλλον όχι. Να το αποδώσουμε σε νοσηρή, ματαιόδοξη οικογενειοκρατία; Τς, τς, τς, πόσο άδικοι είστε! Ο Αγησίλαος ήθελε απλώς να εκπέμψει ένα μήνυμα. Ο άνθρωπος είχε μια ευγενική ιδέα, την οποία διατύπωσε με τα εξής ακριβώς λόγια: «Ουδεμιάς εστίν αρετής αλλά πλούτου και δαπάνης η νίκη». Με άλλα λόγια, το χρήμα είναι το παν, οι ικανότητες τίποτε. Η Κυνίσκα «γλυκάθηκε» και... έλαβε μέρος και στις αρματοδρομίες του 392 π. Χ. Πάλι «θριάμβευσε». Τριάντα χρόνια αργότερα ανακηρύχθηκε Ολυμπιονίκης και δεύτερη γυναίκα, επίσης Σπαρτιάτισσα.
Η Ευρυλεωνίς. Οι αρματοδρομίες ήταν το κατ’ εξοχήν άθλημα που ενσάρκωνε το «δόγμα Αγησίλαου», χαρίζοντας στους πλούσιους «νίκες» που απέρρεαν από τον μόχθο και τις ικανότητες άλλων. Όμως υπήρχε και φιλότιμο -μία, τουλάχιστον, φορά εμφανίστηκε: ο Παυσανίας μάς πληροφορεί ότι κάποτε ένας νικητής από την Ακαρνανία μόλις παρέλαβε το βραβείο του νικητή το έδωσε στον ηνίοχό του. Οι ελλανοδίκες έγιναν έξαλλοι με τον θρασύτατο που «χάλαγε την πιάτσα». Διέταξαν να μαστιγωθεί, εκπληρώνοντας έτσι το χρέος τους απέναντι στα Ολυμπιακά θέσφατα και τα αριστοκρατικά κεκτημένα.
Με τόσο «καλό κόσμο» συνωστισμένο στις αρματοδρομίες, φυσικό ήταν η δόξα του νικητή είτε να τροφοδοτεί τη «λόξα» για πολιτική εξουσία (όσων δεν την είχαν, όπως λ.χ. ο Κύλων) είτε να γίνεται εφόδιο μοναρχών και τυράννων που επιθυμούσαν να σταθεροποιήσουν την εξουσία τους.

http://www.sport-fm.gr/article/144316

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2008

Πόσες Ζάνες πάει αυτό το λάδωμα, ελλανοδίκη;


Ξέρετε τι ήσαν οι Ζάνες στην αρχαιότητα; Χάλκινα αγάλματα του Δία με ειδική αξία: την Ολυμπία κοσμούσαν και τη διαφθορά μετρούσαν. Τις δαπάνες κατασκευής τους κάλυπταν τα πρόστιμα που επέβαλλαν οι ελλανοδίκες των Ολυμπιακών Αγώνων, όταν υπέπιπταν στην αντίληψή τους δωροδοκίες και λοιπές απάτες. Η «λυπητερή» συνήθως επιβάρυνε τις πόλεις των πονηρών αθλητών και λάμπρυνε την Ολυμπία με αγάλματα
Έτσι, απαριθμούσες Ζάνες και υπολόγιζες πόσο αυξάνονταν οι ζαβολιές στους Αγώνες -οι εξακριβωμένες, βεβαίως. Μόνο που για να κάνεις σωστό λογαριασμό έπρεπε να γνωρίζεις πόσα αγάλματα αντιστοιχούσαν σε κάθε κρούσμα. Να, φερ' ειπείν, ο Παυσανίας έγραφε («Ελλάδος Περιήγησις») ότι έξι Ζάνες στήθηκαν μόνο με την υπόθεση Κάλλιππου. Πολύκροτο «σίριαλ», το άτιμο: Το 332 π.Χ. (112η Ολυμπιάδα) ο Αθηναίος αθλητής του πεντάθλου Κάλλιππος «εξωνήσασθαι τους ανταγωνιουμένους χρήμασι», που 'γραφε κι ο Παυσανίας. Δωροδόκησε τους αντιπάλους για να στεφθεί νικητής. Τον πήραν χαμπάρι και... «πάρε να ’χεις», Αθήνα, βαρύ πρόστιμο.
Οι Αθηναίοι αποφάσισαν να αντιδράσουν. Επειδή τότε δεν υπήρχαν τηλεοπτικά παράθυρα, ώστε να εμφανιστούν επιφανείς άνδρες και να καταγγείλουν πως οι ζηλόφθονοι Ηλείοι ελλανοδίκες «την είχαν στήσει» στην ένδοξη Αθήνα, έκαναν κάτι απλό: έστειλαν στην Ολυμπία τον ρήτορα Υπερείδη για να πείσει τους ελλανοδίκες να παραγράψουν τη χρηματική ποινή. Κάπως φθηνή αποστολή για έναν άνθρωπο που έως τότε εντυπωσίαζε με τις αντιμακεδονικές πολιτικές αγορεύσεις του. Τι να κάνει, όμως, ο Υπερείδης; Πήγε στην Ολυμπία. Τσάμπα ο κόπος, τσάμπα το «μπλα μπλα», πλήρωσε η Αθήνα τον παρά.
Έξι Ζάνες είχε «πιάσει» στην ολυμπιακή... πιάτσα μισό αιώνα νωρίτερα (98η Ολυμπιάδα, 388 π. Χ.) και η υπόθεση του Θεσσαλού πυγμάχου Εύπωλου, που λάδωσε τρεις αντιπάλους. Η πιο συνηθισμένη «ταρίφα», πάντως, κατά τα φαινόμενα ήταν δύο Ζάνες. Τόσες απέφεραν οι υποθέσεις του Ρόδιου παλαιστή Φιλόστρατου που δωροδόκησε τον Ηλείο Εύδηλο, του Ηλείου συναδέλφου του Πολύκτορα που αγόρασε τον θρίαμβό του συναλλασσόμενος με τον Σώσανδρο από τη Σμύρνη, καθώς και του πυγμάχου Δίδα, ο οποίος στην 26η Ολυμπιάδα την «κανόνισε τη δουλειά»: ο ίδιος έγινε κατά τι πλουσιότερος κι ο αντίπαλός του, ο Σαραπάμμων, «νίκησε». Επειδή όμως αυτό το περιστατικό έλαβε χώρα κατά την πρώιμα ολυμπιακά χρονικά, όταν η τέχνη της εξαπάτησης διένυε περίοδο σχετικής ανωριμότητας, οι δύο πυγμάχοι δεν αντάλλαξαν γροθιές. Ούτε για το θεαθήναι. Εάν τους τιμωρούσαν και για αδυναμία άσκησης της υποκριτικής τέχνης, όλα και κάποια Ζάνα παραπάνω θα κατασκευαζόταν για να τιμηθούν ο Ζευς και το αγνό ολυμπιακό πνεύμα.
Μη νομίζετε, όμως, ότι οι ελλανοδίκες έριχναν μόνο πρόστιμα. Έριχναν και ξύλο! Το 420 π.Χ., όπως ήδη έχουμε αναφέρει, οι Σπαρτιάτες αποκλείστηκαν από τους Αγώνες επειδή παραβίασαν την εκεχειρία. Έλα όμως που ο Λίχας δεν άντεχε χωρίς τις αρματοδρομίες του... Ο δαιμόνιος Λακεδαιμόνιος εμφανίστηκε ως Θηβαίος. Το κόλπο έγινε αντιληπτό. Τον μαστίγωσαν και τον έδιωξαν με τις κλοτσιές. Ο δυστυχής Λίχας, βλέπετε, δεν προλάβαινε να ακολουθήσει τη νομότυπη οδό, καθώς όλα –εισβολή και αποβολή των Σπαρτιατών- έγιναν γρήγορα. Αν είχε χρόνο, πιθανότατα θα μπορούσε να πάρει κανονική μεταγραφή, όπως έκαναν τόσοι και τόσοι άλλοι. Απορείτε; Κακώς! Μεταγραφές γίνονταν, ορισμένες μάλιστα έκαναν πάταγο.
Να, ας πούμε ξακουστή ήταν η μεταγραφή του δρομέα Άστυλου από τον Κρότωνα, σημαντική αποικία των Αχαιών στη (σημερινή) Νότια Ιταλία. Ο Άστυλος, Ολυμπιονίκης το 488 π.Χ., στους Αγώνες του 484 π. Χ. νίκησε πάλι, αυτή τη φορά όμως ως Συρακούσιος. Ε, Άστυλος ήταν ο άνθρωπος, είπε να «στυλώσει» λίγο τα οικονομικά του με τα λεφτά που του προσέφεραν οι Συρακούσιοι. «Πυρ και μανία» έγιναν οι συντοπίτες του στον Κρότωνα. Όχι μόνο έκαναν κομματάκια τον ανδριάντα του, αλλά δήμευσαν το σπίτι του και το μετέτρεψαν σε φυλακή. Ο Κρητικός Σωτάδης -δρομέας κι αυτός- κατά την 99η Ολυμπιάδα νίκησε και στην επόμενη εκπροσώπησε την Έφεσο. Οι Κρητικοί εξοργίστηκαν και τον εξόρισαν, αλλά με της Εφέσου το πολύ το χρήμα ο Σωτάδης το άντεξε της ξενιτιάς το κρίμα. Η πρακτική των μεταγραφών είναι ένα από τα αναρίθμητα καρφιά στο φέρετρο του φαιδρού ισχυρισμού πως τάχα στους αρχαίους Αγώνες δεν υπήρχαν υλικά κίνητρα. Πως οι αθλητές επεδίωκαν μόνο την ηθική ικανοποίηση, το στεφάνι από αγριελιά που ονομαζόταν «κότινος». Ανοησίες! Ειδικά από τον 5ο αιώνα κι έπειτα, η τιμή είχε… τιμή μεγάλη, όπως θα δούμε στο επόμενο σημείωμά μας.
Μπορεί οι μεταγραφές να επιτρέπονταν, όχι όμως και οι κουτοπονηριές των παράλληλων δραστηριοτήτων. Οι ελλανοδίκες της 218ης Ολυμπιάδας απέκλεισαν τον πυγμάχο Απολλώνιο –ή Ράντη- της Αλεξάνδρειας που κατέφθασε στον χώρο ασθμαίνων και με μεγάλη καθυστέρηση, διότι νωρίτερα είχε λάβει μέρος σε αγώνες στην Ιωνία. Κέρδισε εκεί αδρές αμοιβές και σκέφθηκε να προλάβει να θριαμβεύσει και στην Ολυμπία. Για κακή του τύχη οι ελλανοδίκες ανακήρυξαν νικητή έναν άλλον, τον Ηρακλείδη, άνευ αγώνος. Μόλις αντίκρισε ο Ράντης τον «κότινο» στο κεφάλι του άλλου, αισθάνθηκε το αίμα να ανεβαίνει στο δικό του: όρμησε στον Ηρακλείδη και τον έκανε του αλατιού.
Ο στεφανωμένος τραυματίστηκε σοβαρά, δεν ήταν όμως αυτό το χειρότερο που μπορούσε να πάθει κανείς στην πάλη, την πυγμαχία και το παγκράτιο. Στην πρώτη -εισήχθη στους Ολυμπιακούς το 708 π.Χ- είχες τα περιθώρια να στραγγαλίσεις τον αντίπαλο. Στη δεύτερη –έκανε πρεμιέρα το 668 π.Χ.- να τον τσακίσεις, ακόμη κι όταν αυτός είχε εξουδετερωθεί. Στο τρίτο να βγάλεις τα μάτια του. Ούτε οι θανατώσεις ούτε οι αναπηρίες αθλητών ήσαν σπάνιες. Ούτε βεβαίως οι παραβιάσεις των κανονισμών που ούτως ή άλλως «χάιδευαν» την αγριότητα. Με το δίκιο του ο Κυριάκος Σιμόπουλος, συγγραφέας του εξαιρετικά πλούσιου σε πληροφορίες βιβλίου «Μύθος, Απάτη και Βαρβαρότητα οι Ολυμπιάδες», παρατηρεί: «Το περίεργο και τραγικό είναι ότι στην αρχαία Ελλάδα, ενώ στον καθημερινό βίο επιβάλλονταν βαρύτατες ποινές για κάθε άσκηση βίας, τραυματισμούς ή θανάτωση ατόμων, στους Ολυμπιακούς και τους άλλους τοπικούς Αγώνες οι Αρχές και το κοινό ανέχονταν τις βαρβαρότητες». Ποιος είπε ότι οι σεβαστοί μας πρόγονοι δεν είχαν τις αντιφάσεις τους;
Οι ίδιοι οι ελλανοδίκες, όμως, πόσο σεβαστοί ήσαν; Αποδεικνύονταν πάντοτε κέρβεροι εναντίον της διαφθοράς ή συχνά γίνονταν κι αυτοί «μέρος του προβλήματος»; Ναι, σωστά μαντέψατε, το δεύτερο συνέβαινε. Θα τα δούμε αναλυτικά στη συνέχεια, ακτινογραφώντας ορισμένα «Έψιλον» των αρχαίων Αγώνων - με την Εκεχειρία ξεμπερδέψαμε: Ελλανοδίκες, «Ερασιτεχνισμός» (εδώ γελάνε), Έριδες Εξουσίας.

http://www.sport-fm.gr/article/144184

Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2008

Αρχαίες αιματοχυσίες για τον έλεγχο της Ολυμπίας...


«Ας παραδειγματιστούν όλοι από την Αρχαία Ελλάδα, τότε που σταματούσαν οι πόλεμοι, όταν γίνονταν Ολυμπιακοί Αγώνες». Η φράση αυτή ήταν μόνιμη επωδός στα χείλη των Ελλήνων αθλητών και παραγόντων, τις ημέρες κατά τις οποίες μαίνονταν οι πολεμικές συγκρούσεις στην Οσετία. Ήταν, όμως, τόσο καλά τα πράγματα στην αρχαιότητα; Όχι ακριβώς...
Πόσο απέχει από την πραγματικότητα η αιώνια αυτάρεσκη φιλολογία για την «ειρηνοποιό» ιδιότητα των αρχαίων Αγώνων; Αφάνταστα! Θέλετε απάντηση στο ερώτημα «πόσο ακριβώς»; Εξαρτάται από το ποια εκδοχή της μυθοπλασίας έχετε στον νου σας. Παράδειγμα: ενίοτε χρησιμοποιείται ο όρος «ολυμπιακή ειρήνη». Είτε σκοπίμως είτε λόγω άγνοιας (ασυγχώρητης, πάντως) συγχέονται οι έννοιες «ειρήνη» και «εκεχειρία». Εκεχειρία δεν είναι τίποτε περισσότερο από αυτό που οι Ρωμαίοι όριζαν ως «belli feriae», δηλαδή «διακοπή πολέμου». Προσωρινή παύση εχθροπραξιών. Το μύθευμα της «ολυμπιακής ειρήνης», λοιπόν, κερδίζει πανεύκολα το χρυσό μετάλλιο στο αγώνισμα της υποκρισίας ή της αφέλειας: κάτι τέτοιο δεν υπήρξε. Η «ολυμπιακή εκεχειρία», όμως;
Η πρώτη απάντηση μπορεί να δοθεί υπό μορφή ερώτησης: εάν υπογράψουν μια συμφωνία οι ηγέτες –ας πούμε- του Ισραήλ και της Συρίας, νομίζετε ότι θα αποτραπούν πολεμικές συρράξεις στον... Καύκασο; Προφανώς όχι. Πώς λοιπόν θα μπορούσε να επιβάλλει εκεχειρία στις εμπόλεμες πόλεις-κράτη ολόκληρου του αρχαιοελληνικού χώρου μια συμφωνία που αφορούσε μόνο την Ηλεία; Η θέσπιση της εκεχειρίας ήταν απόρροια της συμφωνίας δύο γειτόνων -και ενός τρίτου, υψηλού τοποτηρητή: συμφώνησαν ο βασιλιάς της Ήλιδας, Ίφιτος, ο ομόλογός του της Πίσας, Κλεοσθένης (τον οποίο συχνά μπερδεύουν με τον Αθηναίο Κλεισθένη) και προσυπέγραψε ο Λυκούργος της Σπάρτης. Η εκεχειρία είχε το εξής νόημα: η Ολυμπία χαρακτηρίστηκε «ιερά ζώνη του Διός» κι η Ηλεία κηρύχθηκε αποστρατικοποιημένη ζώνη. Τι άλλο χρειαζόταν; Κάποιοι που θα αναλάμβαναν ρόλο security, εγγυητών της εκεχειρίας. Τον ρόλο αυτό ανέλαβαν οι Σπαρτιάτες -ποιοι άλλοι;
Η εκεχειρία λοιπόν είχε σαφή τοπικό προσδιορισμό (Ηλεία) και ευδιάκριτο κίνητρο: με τόσους πολέμους μεταξύ πόλεων ανά τον ελληνικό χώρο, πώς στην ευχή θα κατέφθαναν στην Ολυμπία οι ενδιαφερόμενοι -αθλητές, άρχοντες και λοιποί VIP της εποχής; Η μετατροπή της γύρω περιοχής σε ζώνη ασφαλούς διέλευσης ήταν όρος εκ των ων ουκ άνευ για τη διεξαγωγή των Αγώνων. «Παραέξω», της λοιπής Πελοποννήσου συμπεριλαμβανομένης, οι αιματοχυσίες συνεχίζονταν κανονικά. Απλώς, αν ήσουν ένοπλος και φιλοδοξούσες να περάσεις από την Ηλεία, παρέδιδες το ξίφος ή το δόρυ σου κατά την είσοδο και τα παρελάμβανες κατά την έξοδο -σαν μπαγκάζια σε αεροπλάνο ή πούλμαν. «Τα όπλα παραδίδοντας απολαμβάνειν μετά την εκ των όρων έκβασιν», όπως έγραψε ο ιστορικός και φιλόσοφος Στράβων στα «Γεωγραφικά».
Τι τα θέλετε, όμως... Μεγάλος ήταν ο πειρασμός εκάστου εκ των γειτόνων να κυριαρχήσει στον Ολυμπιακό χώρο, όπου βρισκόταν και ο ναός του Δία. Η πρωτοκαθεδρία εκεί εξασφάλιζε πολιτική επιρροή, γόητρο αλλά και μεγάλα οικονομικά οφέλη, μια και αφθονούσαν οι πλούσιοι επισκέπτες και τα πολύτιμα αφιερώματα. Ένας αιώνας (περίπου) παρήλθε από τη συμφωνία Ιφιτου–Κλεοσθένη και τα μαχαίρια βγήκαν από τις θήκες. Ύστερα από πολεμικές αναμετρήσεις, η Πίσα ανέλαβε τη διοργάνωση των 8ων και 34ων Αγώνων. Τη δεύτερη φορά, μάλιστα, οι Πισαίοι πολέμησαν δι’ αντιπροσώπων: κατά τον Παυσανία, το 668 π.Χ. η Πίσα έπεισε τον Φείδωνα, τύραννο του Άργους, να επέμβει στρατιωτικά και να καταλάβει την Ολυμπία. Οι Πισαίοι θα αναλάμβαναν τη διοργάνωση των Αγώνων υπό την αιγίδα του Φείδωνα. Έτσι κι έγινε. Στους 34ους Ολυμπιακούς Αγώνες κουμάντο έκαναν ο Φείδωνας και ο βασιλιάς των Πισαίων, Πανταλέων -«λέων» εκ του ασφαλούς, χάρη στα όπλα των Αργείων. Οι Ηλείοι όμως αντεπιτέθηκαν το 664 π.Χ. και ανέλαβαν πάλι τα ηνία των Αγώνων. Η κυριαρχία της Πίσας έγινε πίσσα και πούπουλα.
Και οι «σεκιουριτάδες» Σπαρτιάτες; Αυτοί βοήθησαν την Ήλιδα να αποκαταστήσει τον έλεγχό της στην Ολυμπία. Όμως, αν είσαι και «σεκιουριτάς» κι εσύ συμφέρον δεν κοιτάς; Οι Σπαρτιάτες έκαναν θρύψαλα την εκεχειρία των Αγώνων του 420 π.Χ. εισβάλλοντας στην Ήλιδα και καταλαμβάνοντας το Λέπραιο. Τους είχε εξοργίσει, βλέπετε, η συμμαχία των Ηλείων με τους Αθηναίους. Οι Ηλείοι απαγόρευσαν στους Λακεδαιμόνιους εισβολείς να συμμετάσχουν στους Αγώνες. Επιπλέον τους τιμώρησαν με πρόστιμο -αυτό προβλεπόταν για περιπτώσεις παραβιάσεων της εκεχειρίας. Οι Σπαρτιάτες αρνήθηκαν να πληρώσουν, αλλά δεν επέμειναν στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Υπό άλλες συνθήκες θα έκαναν τους Ηλείους «μια χαψιά», αλλά είχαν να σκεφθούν κοτζάμ Πελοποννησιακό Πόλεμο. Κράτησαν όμως «μανιάτικο» οι Σπαρτιάτες. Μόλις τελείωσε ο «πι-πι» (Πελοποννησιακός Πόλεμος), το 404 π.Χ., οι Ηλείοι έκαναν το πιπί τους πάνω τους από φόβο, αντικρίζοντας στα μέρη τους τα σπαρτιατικά στρατεύματα.
«Εσείς ήσασταν, μωρέ, που μας βάλατε και πρόστιμο πριν από 16 χρόνια;». Οι Λακεδαιμόνιοι... εγγυητές της εκεχειρίας, αυτή τη φορά δεν αστειεύονταν. Όπως έγραψε ο Ξενοφών («Ελληνικά), κατέκαψαν δάση, σκότωσαν όσα ζώα βρήκαν μπροστά τους κι έπιασαν πολλούς αιχμαλώτους. Πανικόβλητοι οι Ηλείοι, όχι μόνο επέτρεψαν στους Σπαρτιάτες να λάβουν μέρος στους Αγώνες, αλλά ζήτησαν ταπεινά συγγνώμη για την απαγόρευση του 420 π.Χ. Αν μπορούσαν, ας έκαναν κι αλλιώς. Α, να μην ξεχάσουμε: προτού αρχίσει ν’ αφανίζει τη χλωρίδα και την πανίδα της Ήλιδας, ο βασιλιάς των Σπαρτιατών, ο Άγις, προσέφερε επιδεικτικά θυσίες στον ιερό χώρο της Ολυμπίας! Άμα ο άνθρωπος έχει ολυμπιακή ευλάβεια, καημένε...
Ύστερα από τούτο το τρίξιμο των δοντιών, το χαμόγελο: ικανοποιημένος από την ταπείνωση των Ηλείων, ο Άγις αναγνώρισε το δικαίωμά τους να διοργανώνουν και να εκμεταλλεύονται τους Αγώνες. Ήταν θέμα χρόνου να αντιδράσει, πάλι, η Πίσα. Μαζί με τους συμμάχους τους, Αρκάδες, οι Πισαίοι το 365 π.Χ. εισέβαλαν στην ολυμπιακή περιοχή. Επικράτησαν στο πεδίο της μάχης και προετοίμασαν Αγώνες για το επόμενο έτος –με... εκεχειρία, βεβαίως. Οι Αγώνες διεξάγονταν, το πένταθλο και οι ιπποδρομίες είχαν ήδη ολοκληρωθεί, όταν στρατιωτικά αγήματα των Ηλείων «έκαναν ντου». Ανέλαβαν να τους αναχαιτίσουν οι Αρκάδες. Για πρώτη φορά έγινε πεδίο μάχης το ιερό Άλτις. Έως ότου συναφθεί ειρήνη και αποχωρήσουν οι Αρκάδες, οι νεκροί αμφοτέρων των πλευρών δεν ήταν οι μοναδικές απώλειες. Καταμετρήθηκαν κι άλλες: την 104η Ολυμπιάδα του 364 π.Χ. «την πήρε και τη σήκωσε» ο πολεμικός άνεμος. «Φτερά» έκαναν και πολλοί από τους θησαυρούς της Ολυμπίας. Βλέπετε, κάπως έπρεπε να πληρώσουν οι Αρκάδες τους μισθοφόρους που είχαν στο πλευρό τους!
«Αρχαίο πνεύμα αθάνατο», που κάθε τρεις και λίγο έφερνε της εκεχειρίας τον θάνατο! Στο όνομα του ελέγχου του ιερού χώρου, παρακαλώ...

http://www.sport-fm.gr/article/144025

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2008

Η έξαψη του 1896, φωτιά που μας έκαψε το 1897...


Ήταν επιτυχημένη, λοιπόν, η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896, στην Αθήνα; Με βάση τα κριτήρια της εποχής, ναι. Οι Αγώνες κρίθηκαν επιτυχημένοι διότι... έγιναν. Δίχως κραυγαλέες εμπλοκές και δυσλειτουργίες. Με το άγχος του οικονομικού κόστους να κυριαρχεί στην καταχρεωμένη Ελλάδα, στον απόηχο της νωπής σύγκρουσης ανάμεσα στο Παλάτι και τον Τρικούπη που δεν ήθελε τη διοργάνωση, και μόνη η απλή διεξαγωγή τους φάνταζε θρίαμβος. Δεν υπήρχε, άλλωστε, κάποιο μέτρο σύγκρισης. Με τι να γίνουν παραλληλισμοί; Με Αγώνες που τελούνταν προ του 393 μ.Χ.;
Έτσι «πέρασε στα ψιλά» ακόμα και η πενιχρότατη –για να μην πούμε αποκαρδιωτική- συμμετοχή ξένων αθλητών. Στους Αγώνες του 1896 επί συνόλου 311 αθλητών με το ζόρι έφθαναν τους 80 όσοι αντιπροσώπευαν άλλες χώρες.
Τουλάχιστον τιμήθηκε ο «μαζικός αθλητισμός», όπως θα λέγαμε σήμερα: για να καταστεί κάπως ευπρόσωπη η συμμετοχή, ορισμένες αποστολές περιελάμβαναν και κατ’ επίφαση αθλητές. Λόγου χάρη, την αγγλική ομάδα απάρτιζαν ένδεκα άτομα, εκ των οποίων δύο ήσαν υπάλληλοι της βρετανικής πρεσβείας και άλλοι δύο φιλαράκια τους. Στους δέκα Γάλλους αθλητές προστέθηκαν τρεις συμπατριώτες τους που ζούσαν στην Ελλάδα και οι οποίοι προφανώς βρήκαν ευκαιρία να «ξεσκουριάσουν» λίγο.
Τίποτε από όλα αυτά, όμως, δεν είχε σημασία τότε. Η χώρα ζούσε σε ένα «εθνικό μεθύσι», και ως γνωστόν όσο μεθάς τόσο θέλεις να πιεις κι άλλο. Ακόμα και «μπόμπες» - κυριολεκτικά! Να τι έγραψε στο βιβλίο του «Olympic Revival» (Εκδοτική Αθηνών, 2003) ο πρύτανης της Διεθνούς Ολυμπιακής Ακαδημίας Κώστας Γεωργιάδης: «Σημαντική παράμετρος που ανέκυψε από τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ελλάδα ήταν ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897. Η ομόφωνη κραυγή για τη μόνιμη τέλεση των Αγώνων στην Ελλάδα δεν ήταν το μόνο αποτέλεσμα του ενθουσιασμού και της εθνικής υπερηφάνειας που είχαν ωθηθεί στα όριά τους. Λίγους μήνες αργότερα ήταν ακριβώς αυτός ο ενθουσιασμός που θα οδηγούσε σε μια μοιραία λανθασμένη εκτίμηση της κατάστασης, παγιδεύοντας την Ελλάδα σε έναν πόλεμο που δεν ήταν σε θέση να διεξαγάγει».
Τονίζει, ακόμη, ο Κ. Γεωργιάδης: «Αυτή η σχέση ανάμεσα στους Ολυμπιακούς Αγώνες και τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Για τους Έλληνες οι Ολυμπιακοί ήταν περισσότερο ένας πολιτικός και πολιτιστικός θεσμός, άρρηκτα συνδεδεμένος με την πολιτική και εθνική ύπαρξη του αδύναμου ελληνικού κράτους, παρά ένας αθλητικός θεσμός». Πώς ακριβώς, όμως, οι Αγώνες του 1896 μετατράπηκαν σε «φιτίλι» πολέμου; Ας σταχυολογήσουμε ορισμένα γεγονότα. Το 1894 στην Αθήνα κάποιοι στρατιωτικοί συγκρότησαν την «Εθνική Εταιρεία», μια οργάνωση εν πολλοίς μυστική, της οποίας η λειτουργία έμοιαζε με απομίμηση της Φιλικής Εταιρείας. Σκοπός της ήταν η ανύψωση του εθνικού φρονήματος του λαού και η εθνική ολοκλήρωση: την εποχή εκείνη, Κρήτη, Μακεδονία, Ήπειρος καθώς και τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου δεν ανήκαν στο ελληνικό κράτος.
Το αλυτρωτικό πάθος συνδυαζόταν με τη μυστικοπάθεια για τα «εντός των τειχών» της οργάνωσης. Χαρακτηριστικό απόσπασμα του όρκου των μελών της: «Ορκίζομαι να φυλάξω μυστικάς μέχρι του τάφου μου τας ενεργείας της Εταιρείας και να μη ζητώ ποτέ να μάθω ούτε ποιοι την Κυβερνούν ούτε πώς Κυβερνάται». Ναι, «Κυβερνάται», και μάλιστα με «Κ» κεφαλαίο! Σκεφθείτε πόσο φιλόδοξη και επηρμένη ήταν η «Εθνική Εταιρεία». Το δυναμικό, πάντως, που εντάχθηκε στις γραμμές της ήταν ποικιλόμορφο: υψηλόβαθμοι στρατιωτικοί, κατώτεροι, αξιωματικοί που νόμιζαν ότι ήταν θέμα χρόνου να παρελάσουν στην Πόλη καβάλα στα άλογά τους, δικαστικοί, δημόσιοι υπάλληλοι, λογοτέχνες, τύποι με κάποιο ρεαλισμό, «ψώνια», πολεμοχαρείς, άνθρωποι οι οποίοι επιθυμούσαν απλώς να συμβάλουν στην ανάπτυξη «εθνικού προβληματισμού», κ.λπ. Κάποια στιγμή μυήθηκαν στην «Εθνική Εταιρεία» ο πρόεδρος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, Δημήτρης Βικέλας, και ορισμένες άλλες προσωπικότητες από εκείνες που συμμετείχαν ενεργά στη διοργάνωση των Αγώνων του 1896, όπως ο Ανδρέας Καρκαβίτσας και ο ζωγράφος Νικηφόρος Λύτρας.
Τον Ιανουάριο του 1895, μετά την παραίτηση Τρικούπη, ο διάδοχος Κωνσταντίνος «ξήλωσε» την επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων και διόρισε νέα, φιλομοναρχική. Εκφωνώντας λόγο στη νέα επιτροπή ο Κωνσταντίνος προσδιόρισε την Αθήνα ως «πρωτεύουσα των ελευθέρων τμημάτων των ελληνικών εδαφών».
Με άλλα λόγια, εμμέσως πλην σαφώς συνδύασε τους Αγώνες με το όραμα της προσάρτησης των αλύτρωτων ελληνικών περιοχών. Διαμόρφωσε, έτσι, πεδίον δόξης λαμπρόν για την «Εθνική Εταιρεία», με την οποία οι Αγώνες βρέθηκαν σε σχέσεις άμεσης αλληλεπίδρασης.
Γιατί; Διότι, απλούστατα, όσο η γενική ικανοποίηση για τους Αγώνες μετατρεπόταν σε εθνικιστικό παροξυσμό, τόσο ισχυροποιούνταν οι τυχοδιωκτικές, ουδόλως ρεαλιστικές τάσεις στους κόλπους της «Εθνικής Εταιρείας». Και όσο περισσότερο ηχούσε ως πολεμικός παιάνας η φωνή της «Εταιρείας», τόσο η επιτυχής τέλεση των Αγώνων εκλαμβανόταν ως εθνική ετοιμότητα για όλα και εθνική υπεροχή - επίσης για όλα. Σαρκάζοντας το διαμορφωθέν... Ολυμπιακοπολεμικό κλίμα, ο ανεπανάληπτος Γ. Σουρής (ποιος άλλος;) έγραψε: «Κι εμείς με τον Οβρένοβιτς, των Σέρβων βασιλέα, / δυο μερδικά θα κάνομε την γην των Μακεδόνων / κι απλώνοντας φαρδιά-πλατιά την κάθε μας αρίδα / μονάχα με το Στάδιον των διεθνών Αγώνων, / θα χάψωμεν την εκλεκτήν του λέοντος μερίδα...»
Η μερίδα, πάντως, της επιρροής που ασκούσε η «Εθνική Εταιρεία» στα κέντρα λήψης αποφάσεων μεγάλωνε διαρκώς. Την οργάνωση την περιέβαλλε αυτή η παράξενη αίγλη, την οποία διαθέτει οτιδήποτε κινείται στο ημίφως. «Αόρατη δύναμη» την αποκαλούσαν, μύθοι πλάθονταν για το τι μπορούσε να πράξει. Υπερβαίνει τα όρια του σημειώματος η αναλυτική αναφορά στα πεπραγμένα της, καθώς επίσης και η εκτεταμένη καταγραφή ιστορικών προσεγγίσεων για αυτήν. Δύο νύξεις μόνο για την «Εθνική Εταιρεία»: ο ιστορικός Γ. Κορδάτος θεωρούσε ότι ο ηγετικός πυρήνας της είχε διασυνδέσεις με τη Γερμανία. Ο δημοσιογράφος Στέφανος Στεφάνου έγραψε στο «Ελεύθερον Βήμα», το 1927: «Η σπουδαιοτέρα των ανευθύνων οργανώσεων από της εποχής της ιδρύσεως του ελληνικού κράτους. Επήγασεν εκ νοσηρού πατριωτισμού (...). Απέβη κολοσσιαία δύναμις. Κατέστησεν την κυβέρνησιν της χώρας (σ.σ. κυβέρνηση Θ. Δηλιγιάννη) υποχείριον των σκοπών της. Επίστευε ότι είχε αιχμαλωτίσει το Στέμμα, χωρίς να υποπτεύεται ότι το Στέμμα εγνώριζε κάλλιστα τον τρόπον και τον σκοπόν της συστάσεώς της και χωρίς να φαντάζεται ότι εξυπηρετούσε τα σχέδια τους Στέμματος...»
Ο,τι κι αν ίσχυε ακριβώς, γεγονός είναι ότι στα τέλη Μαρτίου του 1897 η «Εταιρεία» προσέφερε στην Τουρκία το τελικό πρόσχημα για την κήρυξη του πολέμου εναντίον της Ελλάδας: εξόπλισε και έστειλε σώμα ατάκτων να επιτεθεί σε τουρκικές θέσεις, πέρα από την ελληνοτουρκική μεθόριο.
Ο πόλεμος ήταν καταστροφικός για την Ελλάδα. Τα δεδομένα καθιστούσαν εκ των προτέρων αδύνατη τη στρατιωτική νίκη, αλλά ποιος τα υπολόγιζε αυτά στους μήνες της Ολυμπιακής έξαψης; Τότε είχε απομείνει ένας Σουρής να σατιρίζει: «Θα πάρουμε μια μέρα και την Πόλη με δρόμους και πηδήματα»...

http://www.sport-fm.gr/article/143557

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2008

Τρικούπης εναντίον παλατιού: το μεγάλο... ντέρμπι του 1896!


«H πρότασις προήρχετο εκ της καρδίας μάλλον ή εκ του νοός, και ήτο ήκιστα πρακτική και ουχί αυτού του γελοίου απέχουσα». Ποια είναι η γελοία πρόταση; Εκείνη του Ευαγγέλου Ζάππα, πάμπλουτου ομογενούς από τη Ρουμανία: να αναβιώσουν οι Ολυμπιακοί Αγώνες στην Ελλάδα. Ποιοι είναι αυτοί που χλευάζουν, με την προαναφερθείσα φράση, την ιδέα που διατυπώνει ο Ζάππας από το 1856; Ο μονάρχης Όθων και ο υπουργός Εξωτερικών Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής.
Ο Ζάππας επιμένει, διαβεβαιώνοντας ότι θα διαθέσει ο ίδιος όσα χρήματα χρειάζονται. Το Παλάτι το ξανασκέφτεται και αποφασίζει να δώσει στον πλούσιο ομογενή «κάτι για να παίζει». Κάτι για το οποίο τα χρήματα του Ζάππα φθάνουν και περισσεύουν. Έτσι, τον Αύγουστο του 1858 εκδίδεται βασιλικό διάταγμα που προβλέπει τη διεξαγωγή «Ολύμπιων» -ναι, έτσι αναφέρονται- στην Ελλάδα. Οι λιτοί αυτοί αγώνες φαντάζουν απομίμηση εκείνων τους οποίους διοργανώνει στην Αγγλία ο γιατρός Μπρουκς από τις αρχές της δεκαετίας του 1850. Τα «Ολύμπια» τελούνται στην Αθήνα, στην πλατεία Λουδοβίκου το 1859. Περιλαμβάνουν δρόμους ταχύτητας και αντοχής, άλματα εις μήκος και ύψος, αναρρίχηση, δισκοβολία, πάλη, ακόντιο. Επειδή η διοργάνωση γίνεται... ολίγον μπάχαλο, τα «Ολύμπια» αργούν να επαναληφθούν. Διεξάγονται πάλι το 1870 και 1875 (τη δεύτερη φορά στο Παναθηναϊκό Στάδιο), με την ονομασία «Ολυμπιακοί». Ο Ζάππας από το 1865 έχει «αφήσει χρόνους», αλλά και άφθονο παραδάκι για τούτες τις «μινιατούρες» Ολυμπιακών Αγώνων.
Ιούνιος 1894: το Διεθνές Αθλητικό Συνέδριο αναθέτει στην Αθήνα τη διεξαγωγή κανονικών Αγώνων. Έχουν παρέλθει μόλις 6,5 μήνες από τότε που ο πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης εκστόμισε το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Θα περίμενε κανείς ότι το «στέμμα», το οποίο τρεις δεκαετίες νωρίτερα λίγο έλειψε να «βάλει ζουρλομανδύα» στον Ζάππα για την ιδέα του να αναβιώσουν οι Αγώνες, θα αντιδρούσε σφοδρά τώρα. Αμ δε! Σε μια Ελλάδα που για τη μείωση του εξωτερικού χρέους της αναγκάζεται να διαθέτει το... 33% (!) του εθνικού εισοδήματος, ο μονάρχης Γεώργιος «κάνει παντιέρα» την τέλεση των Αγώνων του 1896. Ο λόγος; Απλός. Το Παλάτι αντιλαμβάνεται ότι το ίδιο, όπως και η αντιπολίτευση, έχει μεγάλη ευκαιρία να πλήξει καίρια τον Χ. Τρικούπη, ο οποίος ακροβατεί στα όρια του εγκεφαλικού κάθε φορά που του θυμίζουν πως στον απόηχο του «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» καταφθάνει το «τώρα διοργανώνωμεν Ολυμπιακούς». Δεύτερο κίνητρο: με έναν πρωθυπουργό που δεν επιθυμεί να διεξαχθούν οι Αγώνες στην Ελλάδα και ο οποίος το πολύ πολύ να ρυμουλκηθεί ανόρεχτα προς αυτούς, ακόμη κι αν ο ίδιος παραμένει στην καρέκλα του κατά την περίοδο διεξαγωγής τους, ποιος «πυλώνας» του ελληνικού δημόσιου βίου θα ισχυροποιηθεί; Ποιος θα οικειοποιηθεί τη μεγάλη στιγμή; Ασφαλώς το Στέμμα. Κατά τον Γάλλο ερευνητή Πατρίκ Κλαστρ, μάλιστα, το σκεπτικό της μοναρχίας είχε και διεθνή διάσταση, εφόσον –όπως ο ίδιος γράφει- «η επιδίωξη της ελληνικής δυναστείας για αναγνώριση» υπήρξε μια από τις βασικές αιτίες της αναβίωσης των Αγώνων το 1896.
Στην «αυγή» του 1895 αγριεύει αφάνταστα η σύγκρουση ανάμεσα στον Τρικούπη και το Παλάτι, οι δε επικείμενοι Αγώνες χρησιμοποιούνται ως όπλο σε τούτη τη μάχη καθαρότερα παρά ποτέ. Στις 8 Ιανουαρίου ο ίδιος ο διάδοχος Κωνσταντίνος συμμετέχει σε συλλαλητήριο που πραγματοποιείται στο Πεδίον του Άρεως εναντίον της κυβερνητικής απόφασης να θεσπιστεί φόρος ακίνητης περιουσίας. Ο υπουργός Εσωτερικών δίνει εντολή να διαλυθεί η διαδήλωση, αλλά ο Κωνσταντίνος διατάζει τον επικεφαλής της Χωροφυλακής να αγνοήσει τον προϊστάμενό του. Εξοργισμένος ο Χ. Τρικούπης την επόμενη ημέρα κάνει διάβημα διαμαρτυρίας στον βασιλιά Γεώργιο. Εξαναγκάζεται, όμως, να παραιτηθεί. Ο Γεώργιος διορίζει προσωρινό, μεταβατικό πρωθυπουργό τον Νικόλαο Δηλιγιάννη. Στις 13 Ιανουαρίου ο διάδοχος Κωνσταντίνος διαλύει την Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων και την αναδιοργανώνει με νέα σύνθεση. Η νέα επιτροπή, δίχως «τρικουπικούς» και πλήρης φιλομοναρχικών, για κάποιους θα αποδειχθεί ιδανικός «βατήρας». Α. Ζαΐμης, Α. Σκουζές, Π. Μαυρομιχάλης σε λίγους μήνες θα εκπληρώσουν το «υψηλότερα» του τριπτύχου των Ολυμπιακών προτροπών: θα γίνουν υπουργοί.
Την άνοιξη του 1895, στις εκλογές, ο Τρικούπης συντρίβεται. Μάλιστα αποτυγχάνει και ο ίδιος να εκλεγεί βουλευτής: με διαφορά τεσσάρων ψήφων εκλέγεται ο άγνωστος Γουλιμής (εξ ου και η γνωστή ρήση Τρικούπη «ανθ’ ημών Γουλιμής»). Πρωθυπουργός αναλαμβάνει ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης. Όπως θα αναφέρει ο «αθηναιογράφος» Γιάννης Καιροφύλας στο βιβλίο του «Η ρομαντική Αθήνα» (1987), οι αρχικοί αισιόδοξοι υπολογισμοί για το κόστος της διοργάνωσης κυμαίνονται γύρω στις 150.000 δρχ., αλλά τελικώς εξακριβώνεται ότι με τα έργα αναμαρμάρωσης του Καλλιμάρμαρου το συνολικό «μάρμαρο» φθάνει τις 585.000 δρχ! Σχεδόν τετραπλάσιο κόστος - αλήθεια, σας θυμίζει κάτι; Ο ίδιος ο Ντε Κουμπερτέν θεωρεί υπερφίαλο και περιττό έργο την αναμαρμάρωση - οποιαδήποτε ομοιότητα με τη σύγχρονη στέγη Καλατράβα μπορεί να θεωρηθεί και συμπτωματική. Κάτι τα έσοδα από μία ειδική έκδοση γραμματοσήμων, κάτι οι δωρεές του Γεώργιου Αβέρωφ, ο κρατικός κορβανάς βρίσκει «συμπαραστάτες». Ο ανεπανάληπτος Γιώργος Σουρής σαρκάζει τη μεγαλομανία της αναμαρμάρωσης: «Μαρμαρωμένον Στάδιον! Τι πλούτος στην Αθήνα! / Πρέπει η Πατρίς στας συμφοράς καταραμένων χρόνων / να φέρ’ εις ισοζύγιον την δόξαν και την πείνα...»
Οι Αγώνες αρχίζουν, αλλά είναι να αναρωτιέσαι κατά πόσο το Στάδιο αποτελεί κυρίως «σπίτι» 311 αθλητών (τόσοι λαμβάνουν μέρος) ή «πασαρέλα» για την μόνιμη αυτοπροβολή της βασιλικής οικογένειας! Το σύνολο των αυλικών και ακολούθων που καταφθάνουν κάθε ημέρα, πλαισιώνοντας τους «γαλαζοαίματους», συναγωνίζεται επαξίως τον αριθμό των αθλητών. Οι δε φανφάρες που προσδίδουν «μεγαλοπρέπεια» στην παρουσία των ανθρώπων του παλατιού μοιραία τίθενται στο στόχαστρο του Σουρή: «Εισήλθεν ουν ο Βασιλεύς μετά της κουστωδίας / κι αμέσως εξεπόρθησε τους θώκους του Σταδίου, / αλλ’ όμως ο Διάδοχος σκιάς καταδιώκων, / ξιφήρης εκυρίευσε τον ιδικόν του θώκον...»
Αλήθεια, είναι δυνατόν να στέκεται στον «θώκο» του το αξίωμα περί «Ολυμπιακού πνεύματος» αμόλυντο από πολιτικές σκοπιμότητες και συγκρούσεις εξουσίας; Τόσο η αρχαιότητα (όπως θα δούμε) όσο και το 1896 πιστοποιούν το εκ διαμέτρου αντίθετο. Το Ολυμπιακό 1896, όμως, χρεώνεται κάτι ακόμη: συνετέλεσε στο ξέσπασμα του ολέθριου ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897! Μπορεί να φαντάζει αδιανόητο, αλλά είναι αλήθεια.

http://www.sport-fm.gr/article/142899

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2008

«Ολυμπιακή εκεχειρία», μια διαχρονική απάτη ολκής!


Τα λόγια, ως γνωστόν, δεν κοστίζουν… Έτσι, η αιματοχυσία στην Οσετία ενεργοποίησε τη «βιομηχανία» των αναμενόμενων δηλώσεων: media, παράγοντες της «διεθνούς κοινότητας» και του «Ολυμπιακού κινήματος» εξέφρασαν τη δυσαρέσκειά τους για το ξέσπασμα στρατιωτικής βίας εν καιρώ διεξαγωγής Ολυμπιακών Αγώνων. Μόνο που οι θρήνοι για την κακοποίηση του πνεύματος της πολυθρύλητης «Ολυμπιακής εκεχειρίας» ηχούν σαν το παράπονο μικρών παιδιών που κλαψουρίζουν επειδή το παραμύθι της γιαγιάς δεν έχει την παραμικρή αληθοφάνεια.
Ναι, η Ολυμπιακή εκεχειρία αποτελεί ένα από τα πολλά αφελή Ολυμπιακά παραμύθια. Πλάνη είναι όχι μόνο η ηθική – ευεργετική της διάσταση, αλλά και η ίδια η ύπαρξή της. Ας αρχίσουμε από το πρώτο: ακόμη κι αν η Ιστορία είχε καταγράψει κάποια τέτοια συνήθεια, δηλαδή την αναστολή πολεμικών εχθροπραξιών ενόσω διαρκούν οι Αγώνες, γιατί άραγε θα έπρεπε να πανηγυρίσουμε; Το αίμα που αρχίζει να κυλάει -ή να ξανακυλάει- την επομένη της τελετής λήξης κάποιων Αγώνων αντιστοιχεί σε λιγότερο πόνο; Το 1969 η Νιγηρία και η Μπιάφρα έκαναν 48ωρη ανακωχή, όχι χάριν κανενός «Ολυμπιακού ιδεώδους», αλλά για να δουν τον Πελέ ν' αγωνίζεται. Ε, και;
Ο πόλεμος συνεχίστηκε με την ίδια αγριότητα μέχρι τον Ιανουάριο του 1970. Στέρησε τη ζωή 2 εκατομμυρίων ανθρώπων, εκ των οποίων το 1,5 ήσαν άμαχοι, παιδιά κυρίως. Έκτατε η έκφραση «παιδιά της Μπιάφρας» παραπέμπει στην εφιαλτική εικόνα των κοκκαλιάρικων, αβιταμινωμένων, πεινασμένων υπάρξεων με τις πρησμένες κοιλιές. Τι ακριβώς πρόσφερε η διήμερη παύση της λειτουργίας της πολεμικής «κρεατομηχανής»;
Α, συγγνώμη, ξεχάσαμε τη βαθύτερη διάσταση του παραμυθιού: τη «συνεννόηση». Υποτίθεται ότι η Ολυμπιακή εκεχειρία δίνει τον χρόνο στους εμπόλεμους να το… ξανασκεφθούν. Ότι παρέχει τουλάχιστον στον επιτιθέμενο την ευκαιρία να παραγράψει, για το χατίρι πέντε Ολυμπιακών κύκλων, τους λόγους και τις σκοπιμότητες που τον οδήγησαν στο «ντου». Συγκινητικό μεν, ανύπαρκτο δε. Αν εικάσουμε ότι κάποιοι επίδοξοι εισβολείς ίσως λάβουν υπόψη προγραμματισμένους Ολυμπιακούς Αγώνες, ώστε να μη μεγεθυνθεί η εναντίον τους κατακραυγή, τι μπορούμε να περιμένουμε; Είτε την αναβολή είτε την επίσπευση των επιθέσεών τους.
Μπορείτε, αν θέλετε, να φανταστείτε ότι ο Μπρέζνιεφ και οι επιτελείς του αποφάσισαν τον ακριβή χρόνο της σοβιετικής εισβολής στο Αφγανιστάν (Δεκέμβριος 1979), σκεπτόμενοι: «Ας το κάνουμε, μωρέ, τώρα, μπας και καταλαγιάσει λίγο ο σάλος μέχρι να αρχίσουν οι Αγώνες στη Μόσχα. Διαφορετικά θα πρέπει να επιτεθούμε από τον Αύγουστο του '80 -πάει μακριά η βαλίτσα».
Μπορείτε, αν θέλετε, να φανταστείτε τον Ρέιγκαν και τους επιτελείς του να κοιτάζουν το καλεντάρι, πριν ορίσουν τον Οκτώβριο του 1983 ως χρόνο της αμερικανικής στρατιωτικής εισβολής στο νησάκι της Γρενάδας που (εδώ γελάμε) «απειλούσε την εθνική ασφάλεια» των ΗΠΑ!
«Ας τα κάνουμε λαμπόγιαλο τώρα, γιατί σε οκτώ μήνες έχουμε Ολυμπιακούς στο Λος Άνζελες». Θα χρειαστεί όμως να μετατρέψετε τη φαντασία σας σε… παράνοια, εάν πρέπει να ανακαλύψετε οπωσδήποτε κάποιο κέρδος, για την παγκόσμια ειρήνη, από τα επιλεγέντα timing των αντίστοιχων πολεμικών δραστηριοτήτων.
Αλλά κι αυτή, ακόμη, η συζήτηση καταντά «περί όνου σκιάς» (θα λέγαμε περί βαρόνου σκιάς, αν δεν είχαμε μνημονεύσει κατά κόρον, ήδη, τον Ντε Κουμπερτέν), εφόσον η «Ολυμπιακή εκεχειρία» αποδεικνύεται εμπράκτως κενό γράμμα. Το πιστοποιούν τα πεπραγμένα ολόκληρου του 20ού αιώνα. Δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε τι γινόταν κατά τη διάρκεια διεξαγωγής Ολυμπιακών Αγώνων -παραλείποντας τα «λίγες εβδομάδες πριν» ή «λίγες μετά».
Παρίσι 1900: κατά τις ημέρες εκείνες στην Κίνα οι δυνάμεις των Δυτικών έπνιγαν στο αίμα την εξέγερση των ντόπιων «Μπόξερς».
Αγώνες στο Σεντ Λούις, το 1904: τότε οι Ρώσοι πολεμούσαν με τους Ιάπωνες. Το 1920, κατά τις ημέρες των Αγώνων της Αμβέρσας, τα όπλα είχαν τον λόγο σε τρία (τουλάχιστον) μέτωπα: γαλλικά στρατεύματα κατελάμβαναν τη Συρία, ελληνοτουρκική σύρραξη γινόταν στη Μικρά Ασία, μάχες μαίνονταν ανάμεσα σε πολωνικά και σοβιετικά στρατεύματα. Το 1952, την εποχή των Αγώνων στο Ελσίνκι, «χαμός» γινόταν στο Βιετνάμ -με τους Γάλλους. Άγγλοι και Γάλλοι βομβάρδιζαν το Σουέζ το 1956, την ώρα που άρχιζε η παγκόσμια αθλητική αναμέτρηση στη Μελβούρνη.
Ο πόλεμος στο Βιετνάμ «έπιασε» τρεις Ολυμπιακούς Αγώνες: Τόκιο 1964, Μεξικό 1968, Μόναχο 1972. Λέτε να ρίχτηκαν λιγότερες Ναπάλμ και να μειώθηκαν οι εκατόμβες στις αντίστοιχες περιόδους, στο όνομα κάποιας… Ολυμπιακής εκεχειρίας; Προφανώς όχι. Η περίοδος των Αγώνων στη Βαρκελώνη, το 1992, συνέπεσε με ορισμένες από τις αγριότερες στιγμές του πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Τότε ήταν που ελεύθεροι σκοπευτές στο Σεράγεβο σκότωναν ακόμη και παιδιά δύο ετών. Όσο για τους Αγώνες του 2004, στην Αθήνα, οι μνήμες είναι νωπές. Τα αμερικανικά στρατεύματα κατοχής στο Ιράκ «τίμησαν» δεόντως το πνεύμα της «Ολυμπιακής εκεχειρίας» κάνοντας γης Μαδιάμ, τις ημέρες εκείνες, τη Νατζάφ και τη Φαλούτζα. Αναγκαία επισήμανση: στην προηγηθείσα σταχυολόγησή μας δεν συμπεριελήφθησαν εμφύλιοι πόλεμοι (π.χ. σε Ισπανία κι Ελλάδα) ή πραξικοπήματα, ακόμη κι αν ενείχαν το στοιχείο της ανάμειξης τρίτων χωρών. Αν το κάναμε, θα χρειαζόμασταν ειδικό τεύχος, όχι μία σελίδα της εφημερίδας!
• Για ποια «Ολυμπιακή εκεχειρία» μιλάμε, λοιπόν; Πρόκειται για διαχρονική απάτη ολκής! Μια απάτη χρήσιμη σε πολιτικές και κρατικές ηγεσίες, διεθνείς οργανισμούς, αλλά και στους εμπόρους του εν πολλοίς κούφιου «Ολυμπιακού ιδεώδους». Βλέπετε, εν αντιθέσει προς το αίμα, τα κροκοδείλια δάκρυα δεν κοστίζουν τίποτε. Μακάρι το κακό να τελείωνε εκεί. Υπάρχει όμως κάτι χειρότερο από τους Ολυμπιακούς Αγώνες που αδυνατούν να σταματήσουν εχθροπραξίες: ορισμένοι Ολυμπιακοί Αγώνες που χρησιμοποιήθηκαν έτσι ώστε να διευκολύνουν αιματοχυσίες!

http://www.sport-fm.gr/article/142188

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2008

Ο βαρόνος που ήθελε αθλητισμό «εκλεκτών, λευκών και αρρένων»


Ασφαλώς έχετε δει την τηλεοπτική διαφήμιση των Ολυμπιακών Αγώνων του Πεκίνου: με φωνή υποβλητική ένας γενειοφόρος εξυμνεί τη θέληση των αθλητών, αγώνισμα προς αγώνισμα, πριν τονίσει το ενοποιητικό στοιχείο του Ολυμπισμού. Αυτό το πατροπαράδοτο «ανεξαρτήτως φυλής, θρησκείας, φύλου και κοινωνικής θέσης» των αθλητών. Ηχεί ως ειρωνεία, αλλά ο άνθρωπος που φρόντισε να αναβιώσουν οι Αγώνες θα μελαγχολούσε, αν μπορούσε να παρακολουθήσει αυτή τη διαφήμιση και δη την κατάληξή της!
Ο βαρόνος Πιερ ντε Κουμπερτέν, όπως προκύπτει από τα ίδια τα κείμενά του, οραματιζόταν «μια κοινωνία εκλεκτή, λευκών και αρρένων». Το αθλητικό ιδεώδες του ήταν ανάλογο. Αναλύσαμε ήδη πώς η πρωτοβουλία του για την αναβίωση των Αγώνων, στον απόηχο της γαλλικής πολεμικής ήττας του 1871, είχε ως βασικό κίνητρο την πρόθεση να διαμορφωθεί ένα πεδίο διεθνούς δραστηριότητας (το αθλητικό), στο οποίο το Παρίσι θα είχε την πρωτοκαθεδρία. Θα αδικούσαμε όμως τον βαρόνο, εάν πιστεύαμε ότι είχε στον νου του μόνο αυτή την παράμετρο.
Ο Κουμπερτέν μισούσε τους Γερμανούς και θαύμαζε την αγγλική αποικιοκρατία. Κατά την άποψή του η ζηλευτή επέκταση και ισχύς της Γηραιάς Αλβιόνας οφειλόταν -όπως ακριβώς έγραφε- «στην αθλητική παιδεία, στη μεταρρύθμιση που έγινε το 1840, η οποία εφαρμόστηκε στα δημόσια σχολεία της άρχουσας τάξης». Ο αθλητισμός των οραμάτων του Κουμπερτέν ήταν «παρακλάδι» της στρατιωτικής λογικής. Αθλητισμός-τροφοδότης της επιθετικότητας και του ηθικού επίδοξων αποικιοκρατών ή απλώς αριστοκρατών. Αθλητισμός ο οποίος, εάν και εφόσον θα εξαπλωνόταν στα κατώτερα διαζώματα της κοινωνικής πυραμίδας, θα προσέφερε κι άλλη υπηρεσία: όπως έγραφε ο Κουμπερτέν το 1919, ο αθλητισμός προσφερόταν ως μέσο ελέγχου της νεολαίας, ως δύναμη αποτροπής κρουσμάτων ανυπακοής και εξεγέρσεων.
Με άλλα λόγια, η περί αθλητισμού αντίληψη του βαρόνου ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη προς κάθε έννοια φιλικής άμιλλας, συνύπαρξης, γεφύρωσης χασμάτων. Ο Κουμπερτέν ήθελε έναν αθλητισμό που θα επιβεβαίωνε την υπεροχή των ελίτ και ο οποίος ταυτοχρόνως θα ωθούσε τους γόνους των λαϊκών ή μεσαίων τάξεων σε εκτονώσεις ανώδυνες για την ισχύουσα τάξη πραγμάτων. Μόνο που μερικοί ήσαν πολύ «παρακατιανοί» για να τους αναγνωρίσει ο αξιότιμος βαρόνος ακόμη και το δικαίωμα του… εκτονώνεσθαι: το 1908 ο Ντε Κουμπερτέν διακήρυξε τη βαθύτατη απέχθειά του προς όσους αθλητές είχαν σκούρο δέρμα κι ασφαλώς ουδείς μπορεί να τον κατηγορήσει για ασυνέπεια. Πώς να μην είναι ρατσιστής ένας λάτρης της αποικιοκρατίας;
Επί των ημερών του Κουμπερτέν η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή έγινε πραγματική «πασαρέλα» για ευγενείς -κόμητες, δούκες, πρίγκιπες- και μεγιστάνες του χρήματος. Θα έλεγε κανείς ότι ένα σεβαστό τμήμα αυτής της «παρακαταθήκης» διασώθηκε: αρκεί να σκεφθεί κανείς πόσοι αριστοκράτες, «γαλαζοαίματοι» ή και φίλοι δικτατόρων (τον θυμάστε τον Σάμαρανκ;) φιγουράρισαν στις τάξεις των -τρομάρα τους- «Αθανάτων» κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Ένα χρόνο προτού εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο, ο βαρόνος πρόλαβε να χαιρετίσει με ενθουσιασμό την ανάληψη των Αγώνων του 1936 εκ μέρους της «δωρικής (!) Γερμανίας», όπως χαρακτήρισε το ναζιστικό καθεστώς. Πολύ λογικό. Η αντίληψή του για τον αθλητισμό δεν διέφερε πολύ από την αντίστοιχη του Τρίτου Ράιχ. Άλλωστε ο βαρόνος δεν ενεργούσε, πλέον, όπως στα νιάτα του, ως άσπονδος εχθρός της Γερμανίας. Είχε προ πολλού επιφυλάξει στον εαυτό του διαφορετικό (βασικό) ρόλο: «πρύτανης» ενός αθλητικού ιδεώδους που θα εξυπηρετούσε τις κυρίαρχες τάξεις των χωρών της Δυτικής Ευρώπης. Εφόσον οι αθλητικοί κώδικές του -στρατιωτική λογική, ανάδειξη της υπεροχής των «εκλεκτών» και της εξουσίας- έμοιαζαν σαν δίδυμα αδέλφια με εκείνους των ναζί, ο Ντε Κουμπερτέν δεν είχε κανένα λόγο να κρύψει την ικανοποίησή του, μένοντας προσκολλημένος στη μακρινή εποχή (1894-96) των συγκρούσεών του με το Βερολίνο.
Ορισμένα από τα «πιστεύω» του, πάντως, ήταν δύσκολο να αντέξουν στα «ανεμολόγια» των καιρών: ούτε οι μαύροι αθλητές έμειναν εκτός των Αγώνων ούτε οι γυναίκες. «Στους Ολυμπιακούς Αγώνες ο ρόλος των γυναικών πρέπει να περιορίζεται εκεί που ήταν και στην αρχαιότητα, δηλαδή να στεφανώνουν τους νικητές». Αυτά έγραφε ο Κουμπερτέν στο έργο του, «Les Assises Philosophiques De L' Olympisme Moderne». Ο μισογύνης βαρόνος δεν σταμάτησε στιγμή να μάχεται για να παραμείνουν οι Αγώνες ανδρική υπόθεση. Αλλά κι όταν η μάχη είχε χαθεί, συνέχιζε να υπεραμύνεται της «ορθότητας» των απόψεών του. Ιδού ορισμένα δείγματα:
Το 1910: «Τα νεύρα κάθε αθλήτριας κυβερνούν τους μύες της. Έτσι όρισε η φύση. Η συμμετοχή των γυναικών υπονομεύει την ίδια την πειθαρχία των συναγωνιζόμενων ανδρών». Το 1912 απέρριψε κάθε «μεσοβέζικη» λύση: «Οι Ολυμπιακοί Αγώνες πρέπει να προορίζονται μόνο για άνδρες. Μια πόρτα πρέπει να είναι κλειστή ή ανοικτή». Το 1928: «Παραμένω απολύτως αντίθετος στην εισδοχή των γυναικών στους Αγώνες. Ήταν εναντίον της βούλησής μου η αποδοχή τους σε αυξανόμενο αριθμό αγωνισμάτων». Το 1934: «Προσωπικά δεν εγκρίνω τη συμμετοχή γυναικών σε δημόσια αγωνίσματα».
Αλήθεια, τι εικάζετε ότι θα σκεφτόταν ο βαρόνος, εάν κάποια μηχανή του χρόνου μπορούσε να τον αναστήσει και να τον φέρει στη θέση του θεατή σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων; Πιθανότατα θα τον ενοχλούσε η συμμετοχή τόσων γυναικών και μη λευκών αθλητών. Υποθέτουμε, όμως, ότι θα τον ικανοποιούσαν -και θα τον παρηγορούσαν- άλλα: η απόλυτη κυριαρχία της δύναμης του χρήματος, η ικανότητα πολιτικών ηγεσιών να αποκομίζουν οφέλη από τις επιτυχίες αθλητών κ.λπ. Για το ντόπινγκ τι λέτε να σκεφτόταν; Άγνωστο. Ας θυμίσουμε όμως μια φράση του: το 1895 είχε πει ότι για να δυναμώσει η νεολαία το σώμα και τον χαρακτήρα της, όφειλε να μυηθεί «στον αθλητισμό, τους κινδύνους και τις υπερβολές του». Με λίγη καλή (ή κακή) φαντασία, ο άγνωστος σύγχρονος συνήγορος των αναβολικών θα μπορούσε να επικαλεστεί το εν λόγω δόγμα Κουμπερτέν. Το ντοπάρισμα αφενός εγκυμονεί κινδύνους και αφετέρου μπορεί να εκληφθεί ως υπερβάλλων ζήλος του επίδοξου πρωταθλητή. Γιατί, λοιπόν, να μην το δούμε σαν στοιχείο του… μεγαλείου για το οποίο μας μίλησε ο μέγας μέντορας–βαρόνος; Λίγη φαντασία, ρε αδελφέ…

http://www.sport-fm.gr/article/141818

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2008

Ο Ντε Κουμπερτέν και οι Αγώνες ως «πόλεμος με άλλα μέσα»…


Τα παιδιά τα φέρνει ο πελαργός, τα χριστουγεννιάτικα δώρα ο Άγιος Βασίλης και οι Ολυμπιακοί Αγώνες αναβίωσαν το 1896 χάρη στον ρομαντισμό και τα ευγενικά αισθήματα ενός Γάλλου αριστοκράτη που λάτρευε το ελληνικό πνεύμα. Του βαρόνου Πιερ ντε Κουμπερτέν. Το τρίτο παραμύθι, αυτό που αρχίζει με το «χάρη στον…», δεν είναι λιγότερο αφελές από τα δύο πρώτα. Απλώς, αυτό (θέλουν να) το πιστεύουν και μεγάλα παιδιά.
Η πραγματικότητα δεν αποπνέει τόση ανιδιοτέλεια. Ο Ντε Κουμπερτέν «ανακάλυψε» την Αρχαία Ολυμπία όταν η Γαλλία έχασε την… Αλσατία! Στον απόηχο του γαλλογερμανικού πολέμου 1870-71 που είχε οδυνηρή έκβαση για το Παρίσι, ο διορατικός αριστοκράτης Ντε Κουμπερτέν αντελήφθη κάτι: οι ελίτ της χώρας του χρειάζονταν ένα νέο πεδίο διεθνούς δράσης και ανταγωνισμού, στο οποίο η Γαλλία θα είχε την πρωτοκαθεδρία. Κάτι σαν μίνι αντίβαρο στην πολιτική και οικονομική υπεροχή των Γερμανών. Κάτι σαν μοχλό για την ανύψωση του διεθνούς κύρους της Γαλλίας.
Από το Διεθνές Αθλητικό Συνέδριο το οποίο οργάνωσε ο Ντε Κουμπερτέν στο Παρίσι τον Ιούνιο του 1894, απουσίασαν οι σημαντικές αθλητικές ενώσεις της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής χώρας, της Γερμανίας: ο βαρόνος δεν τις προσκάλεσε. Κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους κι ενώ οι Αγώνες είχαν ήδη ανατεθεί -από τον Ιούνιο- στην Ελλάδα, ο Ντε Κουμπερτέν πρόλαβε να τσακωθεί και με τους Άγγλους. Οι Βρετανοί, βλέπετε, διαπίστωσαν ότι ο βαρόνος «έκοβε και έραβε» τους κανονισμούς στα μέτρα των γαλλικών προτύπων. Στην ίδια την Αγγλία, στο Ματς Γουένλοκ, από τις αρχές της δεκαετίας του 1850 είχε ενσαρκωθεί κάποιου είδους αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων, με πρωτοβουλία ενός γιατρού ονόματι Μπρουκς. Έτσι οι Άγγλοι είχαν ήδη διαμορφώσει δική τους άποψη για τα «πώς» και τα «γιατί» των Αγώνων και εξοργίστηκαν όταν διαπίστωσαν ότι ο Ντε Κουμπερτέν επιφύλασσε «κτυπητή» γαλλική σφραγίδα στη διοργάνωση του 1896.
Ο βρετανικός Τύπος απειλούσε ότι οι Άγγλοι αθλητές δεν θα ταξίδευαν στην Αθήνα. Εν συγκρίσει, όμως, με μια άλλη διαμάχη, η σύγκρουση Άγγλων - Ντε Κουμπερτέν φάνταζε σαν παιδικός καβγάς για ήσσονος σημασίας τεχνικά θέματα. Ουδέν… αγριότερον του γαλλογερμανικού μετώπου μπορούσε να υπάρξει! Στις 12 Ιουνίου 1895 δημοσιεύτηκε στη γαλλική εφημερίδα «Ζιλ Μπλα» ανυπόγραφο άρθρο, το οποίο όμως αποδόθηκε στον ίδιο τον Ντε Κουμπερτέν. Ο αρθρογράφος δεν τόνισε απλώς ότι στην Αθήνα οι Γάλλοι αθλητές θα είχαν τις ευκαιρίες να επισκιάσουν τους Γερμανούς. Επιπροσθέτως ανέλυσε τα των Αγώνων ως στοιχείο της πολιτικής σκακιέρας Παρισιού - Βερολίνου: «Ας σημειωθεί ότι στην παρούσα συγκυρία η ελληνική βασιλική οικογένεια δεν έχει καλές σχέσεις με τον Οίκο των Χοετσόλερν. Οι συμπάθειές της κλίνουν προς την πλευρά της Γαλλίας».
Επακολούθησε… χαμός. Το Βερολίνο διεμήνυσε παντοιοτρόπως ότι δεν επρόκειτο να ανεχθεί πλέον το αντιγερμανικό μένος του Ντε Κουμπερτέν. Εκείνος αποκήρυξε το άρθρο, αφού νωρίτερα τον πίεσαν γι' αυτό εντονότατα Γάλλοι πολιτικοί παράγοντες. Ελάχιστοι, όμως, πείσθηκαν στη Γερμανία, της οποίας οι τρεις μεγαλύτερες αθλητικές ενώσεις αποφάσισαν να μποϊκοτάρουν τους Αγώνες της Αθήνας. Τα προσχήματα σώθηκαν δέκα ημέρες πριν από την έναρξη των Αγώνων: Γερμανοί φιλέλληνες που δραστηριοποιούνταν στην Επιτροπή για τη Συμμετοχή της Γερμανίας (ναι, συγκροτήθηκε τέτοιος φορέας!) κατόρθωσαν να επιστρατεύσουν κάμποσους συμπατριώτες τους γυμναστές. Αυτοί μαζί με όσους «κανονικούς» Γερμανούς αθλητές δεν ανήκαν στις ενώσεις που έκαναν μποϊκοτάζ συγκρότησαν αποστολή 21 ατόμων. Ξέρετε, όμως, ποιο ήταν το τραγελαφικό της υπόθεσης; Ότι τελικώς η συμμετοχή των ξένων αθλητών στους Αγώνες του 1896 ήταν τόσο αποκαρδιωτική, ώστε με τα 21 άτομα που έστειλαν οι Γερμανοί άθελά τους συγκρότησαν τη μεγαλύτερη Ολυμπιακή αποστολή! Κι ας μισοέκαναν μποϊκοτάζ…
Όσοι, λοιπόν, αναμασούν το φληνάφημα περί του «Ολυμπιακού ιδεώδους» που κάποτε (πότε, άραγε;) ήταν –δήθεν- αμόλυντο κι απρόσβλητο από εθνικές έχθρες, παιχνίδια εξουσίας και πολιτικές σκοπιμότητες, ας το ξανασκεφθούν πριν αφήσουν πάλι κάποιο νοσταλγικό αναστεναγμό να φύγει από τα χείλη τους. Τα πράγματα δεν εξελίχθησαν έτσι, άρχισαν έτσι. Όχι από το 1896, αλλά από την ίδια την αρχαιότητα.
Η αλήθεια είναι ότι αφθονούν τα μυθεύματα που περιβάλλουν τον ίδιο τον Ντε Κουμπερτέν, τον άνθρωπο ο οποίος φρόντισε να «γαντζωθεί» στην προεδρία της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής επί 29 συναπτά έτη (1896-1925), μετά τη διετή θητεία (1894-96) του Δημήτρη Βικέλα στον ίδιο θώκο. Το μύθευμα του «ρομαντικού» βαρόνου ήταν ανέκαθεν δημοφιλέστατο στην Ελλάδα, επειδή το συνόδευε το στερεότυπο περί «άδολου φιλελληνισμού». Στην πραγματικότητα η ανάθεση των πρώτων, «δοκιμαστικών» Αγώνων στην Ελλάδα ήταν ό,τι ακριβώς χρειαζόταν ο Ντε Κουμπερτέν ως απαρχή της υλοποίησης των σχεδίων του. Θα εντυπωσίαζε, θα εξασφάλιζε δάφνες αυθεντικότητας και στη συνέχεια το νερό θα κυλούσε στο αυλάκι: οι επόμενοι Αγώνες θα γίνονταν στο Παρίσι και ο ίδιος θα αναδεικνυόταν σε κεντρικό πρόσωπο της διεθνούς αθλητικής σκηνής για τρεις ολόκληρες δεκαετίες.
«Καρπό μιας συγκυριακής συμμαχίας» ανάμεσα «σε έναν Γάλλο σπόρτσμαν» και μια «ελληνική δυναστεία» χαρακτηρίζει την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων ο Πατρίκ Κλαστρ, ερευνητής στο Κέντρο Ιστορίας Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού και εκ των συγγραφέων του βιβλίου «Η Γαλλία και ο Ολυμπισμός». Ας κρατήσουμε τη λέξη «συγκυριακή»: πολύ γρήγορα ο Ντε Κουμπερτέν έριξε στο καλάθι των αχρήστων εκείνο το πρωτόλειο «Ελλάς- Γαλλία- Συμμαχία», διότι απλούστατα δεν τον εξυπηρετούσε πλέον. Όταν ο διάδοχος Κωνσταντίνος προέβαλε την υπερφίαλη αξίωση να τελούνται οι Ολυμπιακοί Αγώνες μονίμως στην Ελλάδα, ο βαρόνος αρνήθηκε. Κατά την άποψη του γράφοντος, ουδείς δικαιούται να τον κατηγορήσει γι' αυτό. Επειδή, όμως, οι άνθρωποι που θα έκριναν ως λογική εκείνη την αξίωση του ημέτερου παλατιού είναι περίπου οι ίδιοι με όσους πιστεύουν τα περί… παθολογικού φιλελληνισμού του Γάλλου βαρόνου, ο γράφων εύχεται: καλά ξεμπερδέματα. Όποιος καταβροχθίζει συνεχώς «εθνικά παραμύθια», ας είναι προετοιμασμένος για το ενδεχόμενο να αισθανθεί κάποια εξ αυτών να τσακώνονται στο στομάχι του.

ΥΓ.: Ο «ρομαντικός» που απεχθανόταν τους αθλητές με σκούρο δέρμα, τις λαϊκές τάξεις και τη συμμετοχή γυναικών στους Αγώνες!

http://www.sport-fm.gr/article/141433

Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2008

Χώρα συνταξιούχων η Ελλάδα


Η υπογεννητικότητα πλήττει τη χώρα μας και την Ευρωπαϊκή Ένωση, δείχνει έρευνα της Εurostat. Oι Έλληνες γερνούν και από το 2035 θα αρχίσουν να λιγοστεύουν. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία, ως το 2035 σχεδόν τρεις στους δέκα Έλληνες θα είναι άνω των 65 ετών.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις προβλέψεις της Εurostat, ως το 2035 το ποσοστό των ατόμων ηλικίας άνω των 65 ετών στη χώρα μας θα ανέλθει στο 26,3% του συνολικού πληθυσμού (έναντι 18,6% που είναι σήμερα), ενώ το ποσοστό αυτό ως το 2060 θα φθάσει στο 31,7%. Επίσης το ποσοστό των άνω των 80 ετών (4,1% σήμερα) εκτιμάται πως θα φθάσει στο 7,9% το 2035 και στο 13,5% το 2060.
Σε ό,τι αφορά τις δημογραφικές εξελίξεις στην Ελλάδα, η Εurostat εκτιμά ότι ο συνολικός πληθυσμός της χώρας θα παρουσιάσει αύξηση της τάξεως του 3,2% ως το 2035, ενώ θα μειωθεί κατά 0,9% από σήμερα ως το 2060. Πιο συγκεκριμένα, οι προβλέψεις της Εurostat αναφέρουν ότι ο συνολικός πληθυσμός στη χώρα μας, ο οποίος την 1η Ιανουαρίου 2008 ήταν περίπου 11.217.000 άτομα, το 2035 θα είναι 11.575.000 άτομα, ενώ το 2060 θα περιορισθεί στα 11.118.000 άτομα (μείωση 0,9%).
Τα ανησυχητικά αυτά στοιχεία δεν αφορούν βέβαια μόνο την Ελλάδα, αλλά ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε ό,τι αφορά τις δημογραφικές εξελίξεις στην ΕΕ των «27», η Εurostat εκτιμά ότι ο πληθυσμός θα συνεχίσει να αυξάνεται ως το 2035 αλλά θα γερνάει σημαντικά, κυρίως λόγω του χαμηλού δείκτη γονιμότητας και της αύξησης του προσδόκιμου ζωής. Συγκεκριμένα, ο πληθυσμός της ΕΕ των «27» εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από 495.394.000 που είναι σήμερα σε 521.654.000 το 2035, ενώ από εκεί και ύστερα θα σημειώσει μείωση και το 2060 υπολογίζεται να ανέλθει σε 505.719.000 άτομα.
Παράλληλα, το 2035 το 25,4% και το 2060 το 30% του ευρωπαϊκού πληθυσμού θα είναι άνω των 65 ετών (έναντι 17,1% σήμερα) και το 7,9% (12% το 2060) άνω των 80 ετών (έναντι 4,4% σήμερα). Ως το 2060 τα κράτη-μέλη με τον μεγαλύτερο πληθυσμό εκτιμάται ότι θα είναι η Βρετανία (77 εκατ.), η Γαλλία (72 εκατ.), η Γερμανία (71 εκατ.), η Ιταλία (59 εκατ.) και η Ισπανία (52 εκατ.).
Η μεγαλύτερη αύξηση του πληθυσμού ως το 2060 εκτιμάται ότι θα σημειωθεί στην Κύπρο (66%), στην Ιρλανδία (53%), στο Λουξεμβούργο (52%) και στη Βρετανία (25%). Η σημαντικότερη μείωση του πληθυσμού αναμένεται να σημειωθεί στη Βουλγαρία (28%), στη Λετονία (26%), στη Λιθουανία (24%) και στη Ρουμανία (21%).
Ο δείκτης εξάρτησης των ηλικιωμένων ατόμων στην ΕΕ των «27», δηλαδή η αναλογία των συνταξιούχων ως προς τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό, αναμένεται να αυξηθεί από 25% σήμερα σε 53% το 2060. Δηλαδή ως το 2060 θα αντιστοιχούν μόνο δύο εργαζόμενοι ανά συνταξιούχο σήμερα. Στην Ελλάδα o δείκτης εξάρτησης των ηλικιωμένων ατόμων αναμένεται να αυξηθεί από 27,8% σήμερα σε 57,1% ως το 2060.
Τα πρόσφατα στοιχεία της Εurostat δεν εξέπληξαν τους ειδικούς, οι οποίοι εδώ και χρόνια κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου τόσο για την υπογεννητικότητα που καταγράφεται στη χώρα μας όσο και για τη γήρανση του πληθυσμού. Όπως επισημαίνει ο κ. Διονύσης Μπαλούρδος, διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ), «για πολλές δεκαετίες η Ελλάδα αντιμετωπίζει συνεχή μείωση του δείκτη γονιμότητας, ενώ στο ίδιο χρονικό διάστημα η διάρκεια ζωής έχει παραταθεί έντονα». Σχετικά με τη μείωση των γεννήσεων στη χώρα μας ο κ. Μπαλούρδος εξηγεί ότι το φαινόμενο αυτό οφείλεται σε μια σειρά αιτιών όπως, για παράδειγμα, η αύξηση της ηλικίας σύναψης (πρώτου) γάμου και της ηλικίας απόκτησης πρώτου παιδιού (κυρίως για τις γυναίκες), η αύξηση της αναλογίας απόκτησης παιδιών εκτός γάμου και της αναλογίας γυναικών και ανδρών που αρνούνται να τεκνοποιήσουν.
Με κριτήριο το μέγεθος του δείκτη γήρανσης ή την αναλογία ηλικιωμένων στον συνολικό πληθυσμό, ο κ. Μπαλούρδος αναφέρει ότι η Ελλάδα κατατάσσεται στις πρώτες θέσεις μεταξύ όχι μόνο των χωρών της ΕΕ, αλλά και των χωρών όλου του πλανήτη.
Ο κ. Μπαλούρδος τονίζει ότι η γήρανση του πληθυσμού είναι ένα γενικό φαινόμενο το οποίο καταγράφεται σε όλες τις περιφέρειες και τους νομούς της χώρας. Το πρόβλημα είναι πιο έντονο στην Ευρυτανία, στη Φωκίδα, στη Λευκάδα, στα Γρεβενά και στην Αρκαδία.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Εurostat, όσον αφορά το προσδόκιμο ζωής στους άνδρες η Ιταλία είναι στην πρώτη θέση με 85,5 χρόνια και ακολουθούν οι Σουηδοί με 85,4 χρόνια, οι Ιρλανδοί και οι Κύπριοι με 85,2 χρόνια, οι Γάλλοι με 85,1 χρόνια και οι Βρετανοί με 80 χρόνια. Στη χώρα μας το προσδόκιμο ζωής για τους άνδρες είναι 84,8 χρόνια (6η θέση). Στις γυναίκες στην πρώτη θέση είναι οι Γαλλίδες με 90,1 χρόνια και ακολουθούν οι Ιταλίδες με 90 χρόνια, οι Ισπανίδες με 89,6 χρόνια, οι Φινλανδές και οι Σουηδές με 89,3 χρόνια και οι Ιρλανδές με 89,2 χρόνια. Προσδόκιμο ζωής για τις Ελληνίδες είναι τα 88,7 χρόνια. Συνολικά στην ΕΕ των «27» το προσδόκιμο ζωής για τους άνδρες είναι τα 84,5 χρόνια και για τις γυναίκες τα 89 χρόνια (7η θέση).

http://digital.tovima.gr/newspaper.aspx?d=20080828&p=6

http://epp.eurostat.ec.europa.eu/pls/portal/docs/PAGE/PGP_PRD_CAT_PREREL/PGE_CAT_PREREL_YEAR_2008/PGE_CAT_PREREL_YEAR_2008_MONTH_08/3-26082008-EN-AP.PDF

Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2008

Μια θεραπεία για το 90% των καρκίνων


Ερευνητές από το Ινστιτούτο Wistar στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ έκαναν ένα σημαντικό βήμα πρoς την πλήρη αποκάλυψη των μυστικών ενός ενζύμου, της τελομεράσης, το οποίο παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη σχεδόν όλων των μορφών καρκίνου, αλλά και στη γήρανση, όπως αναφέρουν με δημοσίευσή τους στην επιθεώρηση «Nature». Οι επιστήμονες με επικεφaλής των 40χρovo κρητικό επίκουρο καθηγητή στο Πρόγραμμα για τη Γονιδιακή Έκφραση και Ρύθμιση κ. Εμμανουήλ Σκορδαλάκη έφεραν στο φως το τμήμα της τελομεράσnς το οποίο ελέγχει το «χρονοδιακόπτη» της κυτταρικής γήρavσnς. Η κρυσταλλική δομή που δημιούργησαν δίνει σημαντικές πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία της γήρavσnς των φυσιολογικών κυττάρων. Εκτιμάται συγχρόνως ότι θα οδηγήσει σε νέες μεθόδoυς θεραπείας ως και του 90% των καρκίνων που πλήττουν τον άνθρωπο, με τη λογική του «με ένα θεραπευτικό σμπάρο πολλά τρυγόνια», δεδομένου ότι η τελομεράση αποτελεί «διακόπτn ελέγχου» σχεδόν όλων των μορφών καρκίνου.
Η τελομεράση, όπως εξηγεί ο κ. Σκορδαλάκης στο «Βήμα» «έχει καθήκον να διατηρεί το
μήκος των τελομερών - τα άκρα των χρωμοσωμάτων-, προσθέτοντάς τους αλληλουχίες DNA και προλαμβάνοντας έτσι τις βλάβες σε κάθε κύκλο διαίρεσης των κυττάρων, κατά τον οποίο τα χρωμοσώματα κονταίνουν». To συγκεκριμένο ένζυμο εκφράζεται σε μεγάλο βαθμό στα εμβρυϊκά βλαστικά κύτταρα, επιτρέποντάς τους νa διαιρούνται επανειλημμένως χωρίς va προκαλούνται βλάβες στα χρωμοσώματα, ωστόσο η απουσία του σχεδόν από όλα τα ενήλικα κύτταρα οδηγεί σε σταδιακή απώλεια λειτουργικού DNA. Αυτό με τη σειρά του επηρεάζει το προσδόκιμο επιβίωσnς των οργανισμών. Σε πολλoύς καρκινικούς όγκους, ωστόσο, η τελομεράση επανενεργοποιείται, επιτρέποντας στα μη φυσιολογικά κύτταρα να διαιρούνται επ' αόριστον. «Η τελομεράση κατέχει σημαντική θέση τόσο στον καρκίνο όσο και στη γήρανση. Στόχος, λοιπόν, πολλών ερευνητών είναι να ανακαλυφθούν τρόποι ώστε να ρυθμίζεται η δραστηριότητα του ενζύμου, να μπλοκάρεται σε ό,τι αφορά τον καρκίνο, αλλά να ενεργοποιείται σε ό,τι αφορά τη μάχη ενάντια στη γήρανση».
Τα τελευταία 20 και πλέον έτη, μετά την ανακάλυψη της τελομεράσης από ερευνητές του Πανεπιστημίου της Καλιφόρvιaς στο Μπέρκλεϋ το 1985 ως και σήμερα, είναι γνωστό στους επιστήμονες ότι το συγκεκριμένο ένζυμο αποτελεί σημαντικό στόχο για την ανάπτυξη θεραπειών ενάντια στον καρκίνο. Ωστόσο οι καλές προθέσεις δεν είχαν οδηγήσει και στο επιθυμητό αποτέλεσμα «λόγω του ότι το συγκεκριμένο μόριο είναι μεγάλο και πολύπλοκο» όπως τονίζει ο έλληvaς ερευνητής.0 κ. Σκορδαλάκης και οι συνεργάτες του απέφυγαν τους σκοπέλoυς που είχαν συναντήσει στο παρελθόν οι συνάδελφοί τους, avaκaλύπτovτaς μια σταθερή εκδοχή του πολύπλοκου μορίου μέσα από τη «σάρωση» των γονιδίων της τελομεράσης δεκάδων διαφορετικών ειδών (χοίροι, αγελάδες, διαφορετικά έντομα, φυτά, άvθρωπoς).
Ανακάλυψαν ένα είδος, το σκαθάρι των αλεύρων Tribolium castaneum, το oπoίo επέτρεψε την παραγωγή επαρκών ποσοτήτων του μορίου της τελομεράσης για χρήση στα κρυσταλλογραφικά πειράματα, κάτι που δεν συνέβαινε με τα μόρια των άλλων ειδών. «Πετύχαμε για πρώτη φορά να δούμε τόσο καλά την τελομεράση, η oπoία αποτελείται από πρωτεΐνη και RΝA. Επικεντρωθήκαμε μάλιστα στο τμήμα του μορίου της τελομεράσης που αφορά την αποκαλούμενη πρωτεΐνη ΤΕRΤ και του οποίου το σχήμα μοιάζει με εκείνο ενός ντόνατ ή ενός δαχτυλιδιού» λέει ο κ. Σκορδαλάκης.
Αυτή η πολύπλοκη ίσως για όλoυς εμάς τους κοινούς θνητούς μελέτη έχει έναν τελικό στόχο που θα... απλοποιήσει τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων: η τωρινή αποτύπωση της «καρδιάς» της τελομεράσης από τον έλληνα ερευνητή και την ομάδα του ελπίζεται ότι θα οδηγήσει σε νέες θεραπείες για τον καρκίνο - και μάλιστα σε θεραπείες οι οποίες θα στοχεύουν πoλλές και διαφορετικές μορφές καρκίνου. «Οι σημερινές χημειοθεραπείες έχουν, ως γνωστόν, διαφορετική σύσταση ανάλογα με τη μορφή καρκίνου του κάθε ασθενούς. Η τελομεράση, όμως, αποτελεί το «κλειδί» σε όλους τους καρκίvoυς και έτσι, έχοντας αυτό ως δεδομένο, ελπίζουμε ότι το εύρημά μας θα ανοίξει το δρόμο για θεραπείες οι οποίες θα στοχεύουν το σύνολο των όγκων». Πολύ καλό για να είναι αληθινό, θα έλεγε κάπoιoς, ωστόσο ένα σημαντικό βήμα σύμφωνα με τον κ. Σκορδαλάκη έχει ήδη γίνει: «Αν όλα πάνε καλά, καθώς απαιτούνται ενδελεχείς περαιτέρω μελέτες, πιστεύω ότι θα μπορούμε μέσα σε μια πενταετία το πολύ να έχουμε οτα χέρια μας κάποιους θεραπευτικούς παράγοντες οι οποίοι θα γεννηθούν μέσα από τη νέα γνώση και θα μπουν σε φάση κλινικών δοκιμών».
Η νέα μελέτη του έλληνα καθηγητή χαρακτηρίστηκε εκπληκτική από άλλους συναδέλφoυς του. Ελπίζουμε εξίσου εκπληκτική να είναι και η συνέχεια.

http://digital.tovima.gr/newspaper.aspx?d=20080902&p=31

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2008

Η άγνωστη Κίνα: σε στενό κλοιό η ενημέρωση


Η χώρα του Κόκκινου Δράκου έχει χαρακτηριστεί ως η «μεγαλύτερη φυλακή για τους δημοσιογράφους» από τη μη κυβερνητική οργάνωση «Δημοσιογράφοι χωρίς σύνορα». Η διεθνής κοινότητα απαριθμεί καθημερινά δεκάδες περιπτώσεις καταπάτησης της ελευθεροτυπίας, ενώ οργανώσεις για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ζητούν την αποδέσμευση των μέσων ενημέρωσης από τον έλεγχο του κινεζικού καθεστώτος.
Περισσότεροι από 30 δημοσιογράφοι και 50 χρήστες του διαδικτύου βρίσκονται στη φυλακή, πολλοί από τους οποίους κρατούνται από το 1980. Ενδεικτικό παράδειγμα της κάλυψης των γεγονότων αποτελεί ο φονικός σεισμός στην περιοχή του Σετσουάν, που στοίχισε τη ζωή σε 8.500 ανθρώπους. Δεν υπήρξε καμία νύξη στα κινεζικά μέσα ενημέρωσης για τους πραγματικούς υπευθύνους, τις κατασκευαστικές εταιρίες, όπως επισημαίνουν σε άρθρο τους οι «Financial Times». Η κακή υποδομή των σχολείων οδήγησε χιλιάδες παιδιά στο θάνατο και καταδικάστηκε από τα διεθνή ΜΜΕ. Τα κινεζικά ειδησεογραφικά δελτία πέρασαν την είδηση στα ψιλά γράμματα, για να μη δημιουργηθούν εσωτερικές ταραχές. Αυτά είναι μόνο μερικά από τα περιστατικά που αποτυπώνουν την εικόνα των μέσων ενημέρωσης στην Κίνα, στη χώρα που για αιώνες αποτελούσε το φάρο του πολιτισμού στην Άπω Ανατολή.
Η άμεση σχέση κράτους και ΜΜΕ έχει βαθιές ρίζες μέσα στο χρόνο. Τα μέσα ενημέρωσης βρίσκονταν πάντα υπό τον έλεγχο του κινεζικού καθεστώτος και ακολουθούσαν την πολιτική γραμμή του Κομμουνιστικού Κόμματος. «Λάμβαναν επιδοτήσεις από το ταμείο του κράτους, αλλά ποτέ δεν είχαν εμπορικό κίνητρο. Όταν όμως άρχισαν να μειώνονται τα κρατικά κονδύλια, τα μέσα ενημέρωσης έπρεπε να βρουν τρόπο να επιβιώσουν και στράφηκαν στις εξωτερικές επενδύσεις. Έτσι λοιπόν απέκτησαν διπλή προσωπικότητα και άρχισαν να λειτουργούν από τη μια ως δημόσιοι οργανισμοί και από την άλλη ως επιχειρήσεις», όπως επισημαίνει μέσα από την έρευνα η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Επικοινωνίας του Πεκίνου (CUC) δρ Κινγκ Λούο. «Το κράτος ελέγχει ακόμα τον τομέα των ειδήσεων και των δημόσιων σχέσεων, ενώ οι ιδιωτικές επιχειρήσεις ασχολούνται με το μάρκετινγκ και τη διαφήμιση με στόχο την αύξηση του κέρδους», υπογραμμίζει η ίδια.
Το άνοιγμα στις ιδιωτικές επενδύσεις έφερε ανανέωση στην ύλη και το πρόγραμμα των μέσων ενημέρωσης. Στην τηλεόραση ενσωματώθηκαν ψυχαγωγικά και αθλητικά προγράμματα, ενώ εμπλουτίστηκαν μέσα από συμφωνίες που έκλεισαν με μεγάλες ξένες εταιρίες, όπως η AOL Time Warner και News Corp, του μεγιστάνα των μέσων ενημέρωσης Ρούπερτ Μέρντοχ. Ωστόσο, το Πεκίνο συνεχίζει να απαγορεύει την αναμετάδοση ξένων προγραμμάτων που αποτελούν απειλή για την «εθνική ασφάλεια» και την «πολιτική σταθερότητα», αλλά και τη χρήση δορυφορικών δεκτών.
Η Κίνα, που μετρά 1,3 δισεκατομμύρια ανθρώπους, έχει μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης στον τομέα των μέσων ενημέρωσης, όπως εκτιμούν Κινέζοι αναλυτές. Σήμερα διαθέτει 319 τηλεοπτικούς σταθμούς με συνολικά 2.389 τηλεοπτικά κανάλια (εθνικά, περιφερειακά και τοπικά). Η τηλεόραση αποτελεί το πιο δημοφιλές μέσο ενημέρωσης στις αστικές πόλεις για την ενημέρωση και την ψυχαγωγία 1,2 δισεκατομμυρίων πολιτών. Μεγάλη απήχηση έχει επίσης η συνδρομητική τηλεόραση, με τις Αρχές να προβλέπουν πως οι συνδρομητές θα ξεπεράσουν τα 120 εκατομμύρια μέχρι το 2010.
Τα συνολικά έσοδα από τις διαφημίσεις άγγιξαν τα 4,1 δισεκατομμύρια ευρώ το 2005, ενώ περισσότερες από 2.100 εφημερίδες έλαβαν άδεια έκδοσης από το κράτος. Εκδίδονται επίσης περίπου 9 χιλιάδες περιοδικά ποικίλης ύλης, ενώ υπάρχουν 2.500 ραδιοφωνικοί σταθμοί. Ωστόσο, αυτό που έχει μεγάλη απήχηση μετά την τηλεόραση είναι το διαδίκτυο. Σύμφωνα με το Ερευνητικό Κέντρο Διαδικτύου της Κίνας (CNNIC), ο αριθμός των χρηστών έχει αγγίξει τα 162 εκατομμύρια (12,3% του πληθυσμού). Συνολικά υπάρχουν 1,3 εκατομμύρια ιστοσελίδες, ενώ το 69% των Κινέζων χρηστών διαθέτει δικό του ιστολόγιο. Βέβαια η λειτουργία του διαδικτύου, όσο και να προκαλεί εντύπωση, υποβάλλεται σε εκτενή έλεγχο. Το 2005 διεθνής επιτροπή ακαδημαϊκών κατέληξε στο συμπέρασμα πως η Κίνα έχει «τα πιο ανεπτυγμένα και αποδοτικά τεχνολογικά συστήματα στον κόσμο για τη λογοκρισία και την επιτήρηση του διαδικτύου».
Οι ιστοσελίδες φιλτράρονται, υπάρχει ειδικό τμήμα της αστυνομίας που παρακολουθεί κάθε καταγραφή και αναζήτηση επικίνδυνη για το καθεστώς. Οι ξένες ειδησεογραφικές ιστοσελίδες είναι πρώτες στη μαύρη λίστα. Τα δύο πιο δημοφιλή portals, Sina και Sohu, είχαν κλείσει για ένα μικρό διάστημα το 2006 λόγω τεχνικών προβλημάτων, όπως είχαν ανακοινώσει οι αρχές. Στην πραγματικότητα όμως ο στόχος ήταν η βελτίωση του φιλτραρίσματος των αναζητήσεων των χρηστών.
Η ανάθεση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Κίνα αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία για να αποδείξει το καλό πρόσωπό της στη διεθνή κοινότητα. Παρά τη χαλάρωση των περιορισμών της στο έργο των ξένων μέσων ενημέρωσης, δεν έχουν σταματήσει οι καταγγελίες για καταπάτηση της ελευθερίας του Τύπου από οργανώσεις προάσπισης των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Η Διεθνής Αμνηστία αναφέρει πως η κινεζική κυβέρνηση δεν έχει κάνει όσα είχε υποσχεθεί για την ελευθερία των ΜΜΕ. Όσον αφορά στους ξένους ανταποκριτές, η πρόσβαση σε πληροφορίες για ευαίσθητα θέματα παραμένει περιορισμένη και ελεγχόμενη.

http://www.e-tipos.com/pdfViewer?selectedinsert=28