Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

Η επανάσταση του 1821: ορισμένοι μύθοι και η πραγματικότητα



«...Κάλλιο για την πατρίδα κανένας να χαθή/ ή να κρεμάσει φούντα για ξένον το σπαθί. ...Να σφάξωμεν του λύκους που τον ζυγόν βαστούν/ και Χριστιανούς και Τούρκους σκληρά τους τυραννούν...»
(από το ΘΟΥΡΙΟ του ΡΗΓΑ)
«Το Έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό»
Διονύσιος Σολωμός

Είναι γνωστή η προσπάθεια και με διάφορες μορφές μέσα από τη σημαντική αυτή επέτειο να καλλιεργηθούν μια σειρά προπαγανδιστικά ιδεολογήματα τα οποία με σαφήνεια αλλοιώνουν τον εθνικοαπελευθερωτικό - κοινωνικό της χαρακτήρα καθώς και αποκρύπτουν τις κοινωνικές δυνάμεις που πήραν μέρος στη Επανάσταση.
Από την αρχή θα πρέπει να ξεκαθαριστεί πως, όπως έχει αποδειχθεί από την επιστημονική ιστορική έρευνα, οι αγωνιστές του '21 δεν έχυσαν το αίμα τους για αφηρημένα ιδανικά και ανησυχίες μεταφυσικού χαρακτήρα, αλλά είχαν σαφείς και συγκεκριμένους στόχους: Απαλλαγή από τον τούρκικο ζυγό αλλά και την εξουσία των κοτζαμπάσηδων, ανεξάρτητο κράτος χωρίς ξένους δυνάστες κ.α.
Δυστυχώς και με την προαναφερόμενη γιορτή, όπως και συνολικά με αυτό το ρεύμα ιστορικής σκέψης, επιδιώκεται να υπερτονιστεί ο ρόλος της εκκλησίας και της θρησκείας, «η οποία διέσωσε το έθνος τα μαύρα χρόνια της τουρκοκρατίας», στα πλαίσια του γνωστού σλόγκαν «πατρίς-θρησκεία...», ενώ τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα δεν είναι ακριβώς έτσι... Ας δούμε ορισμένες πλευρές της σχέσης θρησκείας - επανάστασης του '21 σε συνάρτηση με τους καλλιεργούμενους μύθους επ’ αυτού.
Κατ' αρχήν να θυμίσουμε ότι η επιλογή της θρησκευτικής εορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου ως επίσημης επετείου της επανάστασης έγινε από την πολιτεία το 1838(!) για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένους πολιτικούς - ιδεολογικούς στόχους, καλλιεργώντας παράλληλα «εθνικούς μύθους» που διατηρούνται και αναπαράγονται μέχρι σήμερα δυστυχώς και από τα σχολικά βιβλία.

Μύθος πρώτος: «Η Αγία Λαύρα» και η 25η Μαρτίου 1821 ως ημερομηνία έναρξης της επανάστασης
Σύμφωνα με τον καλλιεργούμενο μύθο στις 25/3/1821 υψώθηκε στην Αγία Λαύρα από τον Π.Π. Γερμανό το λάβαρο του αγώνα στο οποίο ορκίστηκαν οι αγωνιστές. Πρόκειται για συνειδητά καλλιεργούμενο ψέμα:
- Η επανάσταση στη Πελοπόννησο δεν ξεκίνησε την 25η Μαρτίου αλλά μερικές μέρες νωρίτερα.
- Μολονότι στην περιοχή των Καλαβρύτων (όπου και η εν λόγω Μονή) είχαν σημειωθεί επαναστατικά γεγονότα και εκπρόσωποι της Φιλικής Εταιρείας (π.χ. Παπαφλέσσας) είχαν επιχειρήσει να ξεσηκώσουν τους πρόκριτους, ουδέποτε έλαβε χώρα στην Αγία Λαύρα η ορκωμοσία και κήρυξη της επανάστασης του '21.
Ο ίδιος ο Π.Π. Γερμανός δεν αναφέρει τίποτε σχετικό στο απομνημονεύματά του, ούτε σώζεται άλλη σχετική μαρτυρία. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής στη Αγία Λαύρα, είχαν πράγματι συγκεντρωθεί εκείνες τις μέρες πρόκριτοι με τον Π.Π. Γερμανό, για να διαλυθούν όμως γρήγορα «ως πεφοβισμένοι» χωρίς φυσικά να πάρουν απόφαση για τη κήρυξη της επανάστασης.
Το ίδιο αποτέλεσμα είχε και η συνέλευση των προκρίτων της Πελοποννήσου στη Βοστίτσα (Αίγιο) όπου ο Π.Π. Γερμανός απέκρουσε τις προτάσεις του «απατεώνος και εξωλεστάτου» Παπαφλέσσα!
«Το Β.Δ. (βασιλικό διάταγμα) του 1838 που καθιέρωνε την 25η Μαρτίου ως εθνική εορτή, επικαλούνταν τους εξής λόγους για την επιλογή: πρώτον, το γεγονός ότι τη μέρα αυτή το 1821 έγινε η έναρξη του “υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του ελληνικού έθνους” και δεύτερον, γιατί η μέρα αυτή ήταν “λαμπρά καθ’ εαυτήν” λόγω του Ευαγγελισμού. Φαίνεται ότι από τους δυο λόγους ισχύει μόνον ο δεύτερος, η σύνδεση δηλαδή της εθνικής επετείου με τη θρησκευτική εορτή και τους συμβολισμούς για το έθνος που συνεπαγόταν ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Μάλιστα, η ισχύς του συμβολισμού επικράτησε των πορισμάτων της έρευνας, εφόσον σήμερα κανένας δεν πιστεύει πλέον ότι η Ελληνική Επανάσταση κηρύχθηκε όντως την 25η Μαρτίου 1821, ούτε ότι αυτό συνέβη στην Αγία Λαύρα. Ο θρύλος για την ύψωση του λαβάρου της Επανάστασης από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό στην Αγία Λαύρα πλάστηκε στην ουσία στο δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα, με τη συνδρομή ποικίλων παραγόντων, παρόλο που αγνοήθηκε ή διαψεύσθηκε από τη νεοελληνική ιστοριογραφία του 19ου αιώνα. Η αφετηρία του μύθου μπορεί να ανιχνευθεί στην περιγραφή ενός γάλλου περιηγητή, του Πουκεβίλ, που έγραψε το 1824 μια “Ιστορία της ελληνικής επανάστασης”. Εκεί δίνει μια ρομαντική περιγραφή της κήρυξης της επανάστασης, κατάλληλης προς κατανάλωση από το σύγχρονό του ευρωπαϊκό κοινό». 
Χριστίνα Κουλούρη, επίκουρη καθηγήτρια Ιστορίας-Εθνολογίας, «Μύθοι και σύμβολα μιας εθνικής επετείου»
«Αυτές οι ιστορίες είναι μύθοι που δημιουργήθηκαν από την Εκκλησία για να ενισχύσει το γόητρό της». 
Ελισάβετ Ζαχαριάδου, καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Κρήτης
Α. Κανένα δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο της εποχής δεν αναφέρεται σε οποιοδήποτε παρόμοιο γεγονός.
Β. Οι Έλληνες και ξένοι ιστοριογράφοι της Επανάστασης ουδέν αναφέρουν.
Γ. Ο Π.Π. Γερμανός στα Απομνημονεύματά του, ενώ εξιστορεί με λεπτομέρειες τα πάντα, δεν λέει τίποτε για την Αγία Λαύρα.
Δ. Καμιά αναφορά δεν υπάρχει πουθενά για την Αγία Λαύρα, τουλάχιστον μέχρι το 1835.
«Η κατασκευή της ιστορίας», Χρήστος Κάτσικας

Μύθος δεύτερος: «Το κρυφό σχολειό»
Ο μύθος αυτός διαμορφώνεται σταδιακά μετά την Επανάσταση, κυρίως μετά το 1850 με κύριο στόχο να παρουσιάσει την Εκκλησία ως ενεργητικό φορέα διατήρησης της "εθνικής συνείδησης" στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Μάλιστα ο μύθος αυτός "ντύνεται" στα παιδικά μυαλά μέσα από τα σχολικά εγχειρίδια με το γνωστό τραγουδάκι "φεγγαράκι μου λαμπρό" καθώς και τον γνωστό (θαυμάσιο κατά τα άλλα) ομώνυμο πίνακα του Γύζη.
Για τη ιστορία θα πρέπει να σημειώσουμε πως ο μεν πίνακας του Ν. Γύζη φτιάχτηκε πολύ αργότερα (εκτέθηκε σε έκθεση στην Αθήνα το 1900!), ενώ η σύνδεση του τραγουδιού (που ήταν παιδικό τραγουδάκι για νανούρισμα) με το λεγόμενο κρυφό σχολειό γίνεται στα 1870! Ας δούμε όμως πιο ουσιαστικά το όλο ζήτημα:
- Δεν υπάρχουν μαρτυρίες που να αναφέρουν πως υπήρχε απαγόρευση της εκπαίδευσης κατά της διάρκεια της τουρκοκρατίας, ούτε και έχει σωθεί σχετική οθωμανική διάταξη-νομολογία. Άλλωστε δεν υπήρχε κανένας λόγος να απαγορεύσουν την εκπαίδευση των χριστιανών.
Αντίθετα την χρειαζόταν διότι είχαν ανάγκη ενός αποτελεσματικού εκκλησιαστικού μηχανισμού για τη διοίκηση των χριστιανών. Η εκκλησία και το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης ήταν ένας θεσμός το οποίο οι Οθωμανοί διατήρησαν και επανασυγκρότησαν αμέσως μετά την άλωση της Πόλης διότι τους ήταν απαραίτητος για το έλεγχο των χριστιανών.
- Η ύπαρξη "κρυφού σχολειού" φαντάζει εντελώς παράλογη με δεδομένο ότι λειτουργούσαν απρόσκοπτα ανώτερες σχολές, όπως η Μεγάλη Σχολή του Γένους, οι σχολές της Πάτμου, των Ιωαννίνων, του Άθω, της Σμύρνης κ.α
Να υπογραμμιστεί ακόμη πως οι τόποι που παρουσιάζονται μέχρι σήμερα ότι λειτουργούσαν "κρυφά σχολειά" βρίσκονται σε περιοχές όπου είτε λειτουργούσαν ανώτερες σχολές (π.χ Δημητσάνα, Ιωάννινα κ.α) είτε κατακτήθηκαν σχετικά αργά (π.χ Κρήτη 1669, Τήνο 1715 κ.α) και άρα η ύπαρξη "κρυφού σχολειού" τοποθετείται σε περίοδο όπου πολλαπλασιάζονται οι νόμιμα λειτουργούσες ανώτερες σχολές (18ος αιώνας).
Τέλος θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι αντικειμενικά οι δάσκαλοι στις αγροτικές περιοχές ήταν οι κληρικοί γιατί ήταν οι μόνοι γραμματιζούμενοι, ενώ αντίστοιχα όποιος μάθαινε γράμματα συνήθως το έκανε για να γίνει κληρικός, μιας και η μόρφωση στο αγροτικό χώρο δεν είχε καμία άλλη χρησιμότητα. Όσο δε αφορά τη φοίτηση τη νύχτα, αυτή ήταν αντικειμενικό γεγονός (όταν συνέβαινε) γιατί και τα παιδιά εργαζόταν στις αγροτικές δουλειές τα πρωινά...
«Το “κρυφό σχολειό” αποτελεί έναν από τους πιο γοητευτικούς και συνάμα και από τους πιο ανθεκτικούς και πιο διαδεδομένους μύθους της εθνικής μας ιστορίας. Η κριτική που άσκησε ο Αγγέλου, όσο και άλλοι ερευνητές στο μύθο ήδη από τη μεταπολεμική περίοδο καθώς και το ανανεωτικό πνεύμα που επικράτησε στα σχολικά εγχειρίδια από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 είχαν ως αποτέλεσμα τη σταδιακή απάλειψη της αναφοράς του, τόσο από τα αναλυτικά προγράμματα όσο και από το σύνολο σχεδόν των σχολικών εγχειριδίων της μέσης και πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ωστόσο ο μύθος φαίνεται να ανθίσταται αν όχι και να επεκτείνει τη διάδοση του». 
Παναγιώτης Στάθης, ιστορικός
«Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος διαμαρτυρήθηκε στον υπουργό Παιδείας Ιωάννη Βαρβιτσιώτη κι εκείνος, προς τιμήν του, όπως αναφέρεται σε έγγραφο των Τμημάτων Δημοτικής και Μέσης Εκπαιδεύσεως του ΚΕΜΕ προς αθηναϊκή εφημερίδα της 21/5/1978 έδωσε αμέσως εντολή, από τα υπό εκτύπωση νέα σχολικά βιβλία να απαλειφθεί η φράση: ‘Σύμφωνα με τα τελευταία πορίσματα της ιστορικής επιστήμης το Κρυφό Σχολειό είναι ένας μύθος και δεν υπήρξε στην πραγματικότητα’, από τη σελίδα 173 της Ιστορίας της Γ’ Λυκείου». 
φυλλάδιο με τίτλο “Το ‘Κρυφό Σχολειό’” Ι.Μ. Χατζηφώτης, 1978
«Βρήκανε λοιπόν πως κατά τα χρόνια εκείνα τα παλιά η παιδεία μας κατατρεχόταν από τους Τούρκους αλύπητα και το τελευταίο της καταφύγιο, άγιο βήμα μυστικό ήταν το κρυφό σκολειό. Εκεί, νύχτα βαθειά στέλναν οι μαννάδες τα παιδιά τους και με τη λαχτάρα που είχανε στην καρδιά, τα μαθαίναμε να λένε στο δρόμο το γνωστό παιδιάτικο τραγούδι, που είναι και νανούρισμα μαζί, τραγούδι σ’ όλους γνωστό, που λέει: Φεγγαράκι μου λαμπρό/ φέγγε μου να περπατώ,/ να πηγαίνω στο σκολειό,/ να μαθαίνω γράμματα,/ του Θεού τα πράματα. Ανάμεσα σ’ όσες διατριβές έτυχε να διαβάσω γραμμένες από παιδαγωγικούς άντρες ή γυναίκες, δεν είδα καμιάν ιστορική μαρτυρία, που να βεβαιώνη την ύπαρξη κρυφού σκολειού, όμως ούτ’ εγώ μέσα στον αμέτρητο σωρό ανέκδοτου υλικού για της σκλαβιάς τα σκολειά, που έχω συναγμένο, δεν απάντησα τίτοτε που να κάνη λόγο για το σκολειό έξω από το τραγούδι. Φαίνεται λοιπόν πως για τους παιδαγωγικούς ρήτορες που ανάφερα, άλλη δεν υπάρχει μαρτυριά παρά το ίδιο εκείνο μοναχό περίφημο τραγούδι.
Όμως, αν και για την ύποφτή μου κρίση δε φτάνει το τραγούδι, ας το ξετάσουμε κι’ αυτό. Έρχεται λοιπόν η απορία πρώτα, πώς του κρυφού σκολειού τα μαθητούδια, που νύχτα πηγαίνανε στο σκολειό -κι’ αυτό θα βρισκόταν έξω από το χωριό, λοιπόν σε μοναστήρι είτε σε ρημοκλήσι- πώς τ’ ανήσυχα παιδιά, όλο φωνές, και γέλια και παιχνίδια στο δρόμο τους θα ξεφεύγανε την προσοχή των Τούρκων. Και δεν ήτανε των Τούρκων μοναχά ο κίντυνος -ας τον παραδεχθούμε μια στιγμή- αλλά νύχτα στην ερημιά ήτανε και λύκοι. Και πρώτα απ’ όλα ήτανε της μάννας η λαχτάρα κι’ όλου του χωριού. Τάχα τα παιδιά παίρνανε στο δρόμο τους κανένα φύλακα μιστωτό του χωριού; Τάχα τα συνόδευε κανένας πατέρας, αδελφός με τη σειρά του; Σοβαρές απορίες, ανησυχίες ρητορικές, που τις χαρίζω στον άγρυπνο της Εθνικής παιδείας ρήτορα. Όλο αυτό το φανταχτερό και κούφιο και χωρίς θεμέλιο χτίσμα πέφτει σε μια στιγμή σωρός μ’ ένα λόγο μοναχά: Ποτέ ο Τούρκος, ο αγράμματος δε μπόδισε το Χριστιανό γράμματα να μαθαίνη, και μονάχα πολύ σπάνια έμπαινε στη μέση να χωρίζη τους δασκάλους άμα πιανόνταν από τα μαλλιά και γινόνταν σκάνταλο με τα μεγάλα τους σκολειά. Όμως αυτό γινόταν στις χώρες με τα μεγάλα σκολειά ή στα μεγάλα μοναστήρια, όχι ποτέ μέσ’ στα χωριά. Επειτα, αν ήταν η κατώτατη παιδεία απαγορευμένη από τους Τούρκους, θα τολμούσε μάννα να στείλη το μακρό της μακρυά κι’ ο Τούρκος πάλι θα ήταν τάχα δύσκολο ν’ ανακαλύψη τα παιδιά των χριστιανών να περνάνε παίζοντας και φωνάζοντας στο δρόμο τους; (…)Είναι λοιπόν παλιό υποχρεωτικό συνήθιο να πηγαίνη ο παπάς αξημέρωτα στην εκκλησιά και περισσότερο άμα είχε και μαθηταρούδια να προσέξη στο νάρτηκα είτε και μέσα στα σκαλοπάτια του εικονοστάσιου, όπου βοηθούσανε και τ’ αναμμένα καντήλια. Ο δάσκαλος παπάς μπορούσε νάταν και διάκος ή και γερομόναχος. Κάθε μαννούλα έπρεπε να ετοιμάση, να καλοπιάση το μισοξύπνητο παιδί για να το ξεκινήση. Και στεκόταν η μάννα πίσω, έλεγε στ’ άλλο το μικρότερο πούχε στο πλευρό της το νανούρισμα, για να το κάμη κι’ εκείνο ν’ αγαπάη τ’ αγουροξύπνημα.. και το Κρυφό σκολειό!
άρθρο του Γιάννη Βλαχογιάννη -φιλόλογος Δημοσιεύτηκε στη “Νέα Εστία” με τίτλο “Το κρυφό σκολειό”

Μύθος τρίτος: Ο ρόλος του ανώτερου Κλήρου
Ανεξάρτητα από το ρόλο που έπαιξε ο λαϊκός-κατώτερος Κλήρος, ο οποίος στήριξε και συμμετείχε εν πολλοίς στην Επανάσταση, τα δεδομένα για την ανώτερη ιεραρχία ήταν σε αντίθετη κατεύθυνση.
Η κορυφή της εκκλησίας δεν ήθελε την επανάσταση γιατί έτσι θα έχανε τα προνόμια που της δόθηκαν από την Οθωμανική αυτοκρατορία και που μέχρι σήμερα διατηρούνται ορισμένα από αυτά...
Να θυμίσουμε κατ' αρχήν ότι το Πατριαρχείο αφόρισε τον Υψηλάντη και το Σούτσο όταν ξεκίνησε η Επανάσταση στις Ηγεμονίες. Ακόμη ορισμένες μόνο δηλώσεις του Ιερατείου αποδεικνύουν το πώς αντιμετώπισε την επανάσταση:
Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε' δηλώνει για το Ρήγα Φεραίο και την κήρυξη της επανάστασης: " Το έργο του είναι πλήρες σαθρότητας" και προξενεί κοινή βλάβη". Ενώ για την επανάσταση: "εδηλώσαμε προς πάντας τους ομογενείς ευσεβείς να διατηρούμε το ραγιαλίκι και να μην τολμήσετε καθ' οιονδήποτε τρόπο να δεχθείτε ποτέ τους εχθρούς κατά της κραταιάς βασιλείας".
Ο Π.Π. Γερμανός που τελικά "βλόγησε τα όπλα με τη πιστόλα στο κρόταφο" αποκαλεί τον Παπαφλέσσα "εξωλέστατο (δηλαδή ρεμάλι) και απατεώνα". Ενώ λίγο πριν ξεσπάσει η επανάσταση δηλώνει (το γράφει στα απομνημονεύματά του):
"Συσκεφθέντες λοιπόν μετ' επιστασίας και ιδόντες ότι το πλείστον μέρος της Ελλάδος, δεν έχει ιδέα περί τοιούτου πράγματος (για τη επανάσταση)...εξετάσαντες δε και την εσωτερικήν κατάστασιν του Έθνους ενέκριναν άπαντες το καιρόν ουχ αρμόδιον ώστε να μείνει η Διοίκησις ήσυχος και εκτός υπονοιών". Θα μπορούσαν να αναφερθούν και άλλα στοιχεία για το ρόλο του ανώτερου κλήρου.
Θα υπογραμμιστεί όμως και μία ακόμη πλευρά. Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας πολλές εξεγέρσεις τέμνουν τις υπάρχουσες θρησκευτικές κοινότητες και δεν φέρνουν μονοδιάστατα ως αντίπαλους από την μια τους χριστιανούς και από την άλλη τους μουσουλμάνους, αλλά τάξεις κοινωνικές άνισες (αγρότες-κοτζαμπάσηδες).
Ορισμένα παραδείγματα: Να θυμίσουμε τα περίφημα "καπάκια" (συμφωνίες οπλαρχηγών με τους τούρκους με ανταλλάγματα). Το κίνημα του αρματολού Βλαχάβα το 1808 λαμβάνει χώρα σε συνεργασία των μουσουλμάνων τσιφλικάδων της Θεσσαλίας και στρέφεται κατά του Αλή Πασά.
Και ακόμη, οι χριστιανοί Σουλιώτες συμμαχούν συχνά με τους μουσουλμάνους Τσάμηδες ενάντια στη Αλή Πασά σε μία προσπάθεια διαφύλαξης της τοπικής τους εξουσίας...
Η Επανάσταση του '21 αν σωστά διδαχτεί μπορεί να αποτελέσει ανεξάντλητη πηγή διδαγμάτων και για τους αγώνες του σήμερα. Δυστυχώς όμως κάποιοι, χρόνια τώρα προσπαθούν για ευνόητους λόγους το εξεγερτικό μήνυμα του '21 να το μετατρέψουν σε επέτειο, σε "ακίνδυνο" εικόνισμα. Χρέος των δασκάλων, των διανοητών της εποχής μας να το μεταδώσουν στις σωστές του διαστάσεις.
«Ω συ μιαρά Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως, εις τι ομοιάζεις; Ήθελα να ξεύρω από σε τώρα όπου σε ερωτώ, εις τι, λέγω, ομοιάζεις τους ιερούς και θείους αποστόλους του λόγου της σοφίας του Ιησού Χριστού; Ίσως στην αφιλοκέρδεια, όπου εκείνοι εκήρυττον; Άλλ’ εσύ είσαι γεμάτη από χρήματα, όπου καθημερινώς κλέπτεις από τους ταλαίπωρους χριστιανούς… Συ είσαι μία μάνδρα λύκων, όπου δεν υπακούεις τον ποιμένα σου και κατατρώγεις τα αθώα και πολλά ήμερα πρόβατα της ορθοδόξου εκκλησίας…. Η Σύνοδος αγοράζει τον πατριαρχικό θρόνο από τον οθωμανικό αντιβασιλέα δια μίαν μεγάλη ποσότητα χρημάτων, έπειτα τον πωλεί ούτινος της δώσει περισσότερο κέρδος, και τον αγοραστή τον ονομάζει πατριάρχη. Αυτός, λοιπόν, δια να ξαναλάβει τα όσα εδανείσθη δια την αγορά του θρόνου, πωλεί τις επαρχίες, στις αρχιεπισκοπές, ούτινος δώσει περισσοτέραν ποσότητα, και ούτως σχηματίζει τους αρχιεπισκόπους, οι οποίοι πωλώσει και αυτοί εις άλλους τας επισκοπάς των. Οι δε επίσκοποι τας πωλώσει των χριστιανών, δηλαδή γυμνώνουσι τον λαό, δια να εβγάλωσι τα όσα εξώδευσαν. Και ούτος εστίν ο τρόπος, με τον οποίον εκλέγονται των διαφόρων ταγμάτων τα υποκείμενα, δηλαδή ο χρυσός… Πώς άραγε ζώσιν αυτοί οι αρχιεπίσκοποι εις τας μητροπόλεις των και ποίαι είσίν αι αρεταί των; Τρώγωσι και πίνωσι ως χοίροι. Κοιμώνται δεκατέσσαρας ώρας τήν νυκτα καί δύο ώρας μετά το μεσημέρι. Λειτουργούσι δύο φοράς τον χρόνο, και όταν δεν τρώγωσι, δεν πίνωσι, δεν κοιμώνται, τότε κατεργάζονται τα πλέον αναίσχυντα έργα, όπου τινάς ημπορεί να στοχασθεί. Και ούτως εις τον βόρβορο της αμαρτίας και εις την ιδίαν ακρασίαν θησαυρίζουσι χρήματα, και οι αναστεναγμοί του λαού είναι προς αυτούς τόσοι ζέφυρες. .. . Αυτοί πέμπουσι τόσους ληστάς, δια να ειπώ έτσι, εις τα χωρία της επισκοπής των, και τους δίδουσι τον τίτλο του πρωτοσυγκέλλου ή του αρχιμανδρίτου άλλου τινός τάγματος, οι οποίοι άλλο δεν ξεύρουν, παρά να γράφουν ονόματα των χριστιανών με όλη την ανορθογραφία. Αυτοί, λοιπόν, περιφέρονται εις όλα τα χωρία της επισκοπής και με άκραν ασπλαγχνία εκδύουσι τους πολλά αθώους χωριάτας, και μάλιστα τας γυναίκας… Εκατό χιλιάδες, και ίσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι ζώσιν αργοί και τρέφονται από τους ιδρώτας των ταλαιπώρων και πτωχών Ελλήνων. Τόσαι εκατοντάδες μοναστήρια. όπου πανταχοθεν ευρίσκονται, είναι τόσαι πληγαί εις την πατρίδα, επειδή, χωρίς να την ωφελήσουν εις το παραμικρό, τρώγωσι τους καρπούς της και φυλάττουσι τους λύκους… Ιδού, ω Έλληνες, αγαπητοί μου αδελφοί, η σημερινή αθλία και φοβερά κατάστασις του ελληνικού ιερατείου, και η πρώτη αιτία όπου αργοπορεί την ελευθέρωσιν της Ελλάδος… Αυτοί οι αμαθέστατοι, αφού ακούσουν ελευθερία, τους φαίνεται μία αθανάσιμος αμαρτία….ω πατριάρχα… κατεδάφισε όλα τα μοναστήρια, δια να ολιγοστεύσης τα βάρη του λαού… κάμε, τέλος πάντων, μίαν φοράν το χρέος σου». 
Ελληνική Νομαρχία, Ανώνυμου του Έλληνος, 1806
«Την ασφάλειά τους οι αρχιερείς και οι άλλοι κληρικοί εξαγόραζαν συνήθως με χρηματικά ποσά και δώρα που η ακόρεστη τουρκική φιλαργυρία τους επέβαλλε σιωπηρά ή και απροκάλυπτα…Για τη συγκέντρωση του μεγάλου αυτού ποσού είχε επιβληθεί ήδη από τους πρώτους χρόνους της κατοχής, ετήσιος φόρος 12 άσπρων σε κάθε έγγαμο χριστιανό». 
Θ. Δετοράκης καθηγητής Βυζαντινής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης

http://www.technews.gr/modules/newbb/viewtopic.php?post_id=5819

  


Δεν υπάρχουν σχόλια: