Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2008

Μάης του '68: Οδοφράγματα στην ομίχλη


Οι μεγάλοι απόντες από τα φετινά σαραντάχρονα του γαλλικού Μάη ήταν οι συμπολίτες μας που τον έζησαν -όχι ως επαναστάτες, αλλά ως απεσταλμένοι του ελληνικού τύπου. Οι λόγοι αυτής της απουσίας δεν είναι δύσκολο να εντοπιστούν: το περιεχόμενο των ανταποκρίσεων των ελλήνων δημοσιογράφων, όπως αποτυπώθηκε στις σελίδες των εφημερίδων της εποχής, κάθε άλλο παρά ταιριάζει στους τωρινούς ύμνους προς τη νεανική εξέγερση που εγκαινίασε μια καινούρια εποχή.
Κυριαρχούν, αντίθετα, η αποστροφή προς τους «βρωμερούς» και «παράλογους» ταραχοποιούς, η έμφαση στις «αντικοινωνικές» συνέπειες της γενικής απεργίας στη Γαλλία, η κινδυνολογία για την επερχόμενη οικονομική κατάρρευση που (υποτίθεται ότι) θα έφερνε η ικανοποίηση των «ανεδαφικών» εργατικών διεκδικήσεων.
Από τις επτά αθηναϊκές εφημερίδες της εποχής, δυο («Το Βήμα» και «Τα Νέα») περιορίστηκαν στην αναδημοσίευση αναλύσεων του ξένου τύπου. Οι υπόλοιπες έστειλαν δημοσιογράφους στο Παρίσι, αν και με κάποια καθυστέρηση: οι πρώτες ανταποκρίσεις δημοσιεύθηκαν στις 30.5 στον «Ελεύθερο Κόσμο», στις 3.6 στο «Έθνος» και τη «Βραδυνή» και στις 4.6 στην «Απογευματινή». Ο απεσταλμένος της τελευταίας εφημερίδας δημοσίευσε επίσης μια εκτενή ανάλυση στην ομογάλακτη «Ακρόπολη» (18.6).
Αυτό που αγνοούμε, φυσικά, είναι τα αποτελέσματα της χουντικής λογοκρισίας πάνω στο περιεχόμενο των ανταποκρίσεων: Κάθε δημοσίευμα περνούσε τότε από προληπτική λογοκρισία, με μοναδική εξαίρεση τον «Ελεύθερο Κόσμο» που μόλις είχε απαλλαγεί απ' αυτή τη δουλεία (11.5.1968). Όσα δημοσιεύτηκαν, πάντως, είναι κάτι παραπάνω από εύγλωττα.
Ο πιο γνωστός απ' τους δημοσιογράφους που κάλυψαν το γαλλικό Μάη είναι σήμερα ο Κώστας Χαρδαβέλλας. Ρεπόρτερ τότε του «Έθνους», δεν δυσκολεύτηκε με την άφιξή του στη γαλλική πρωτεύουσα να διαπιστώσει πως «η Γαλλία μοιάζει να θρηνεί για την κατάσταση που δημιούργησαν οι εργαζόμενοι και οι φοιτηταί».
«Τα "Φολί Μπερζέρ", το περίφημον "Καν Καν" και η "Οπερα" μένουν κλειστά», μας πληροφορεί με θλίψη (4.6.68). «Οι καταστηματάρχαι έχουν κλείσει και μπροστά από τις πόρτες και τις βιτρίνες έχουν βάλει παλαιά κιβώτια και εμπόδια για τον φόβο ταραχών και λεηλασιών. Τίποτε δεν είναι πλέον σίγουρο στο Παρίσι».
Η μεγάλη επιτυχία του είναι μια συνάντηση με τον Ντε Γκολ στις 2 Ιουνίου, «κατά την διάρκειαν επισκέψεως, μαζί με άλλους ξένους δημοσιογράφους, εις το προεδρικόν μέγαρον».
Η δήλωση του στρατηγού ότι «δεν πρόκειται να αφήσει την Γαλλίαν εις τους κομμουνιστάς» θα σημαδέψει τις αναλύσεις του νεαρού δημοσιογράφου. «Τούτα εδώ τα φαινόμενα δεν έχουν εύκολη την εξήγηση», γράφει στις 6 Ιουνίου. «Βέβαια, οι αναρχικοί εκίνησαν όλη αυτή τη συμφορά, που ξαφνικά και στην ώρα της μεγάλης της ανόδου έπληξε τη Γαλλία. Εξακριβωμένο επίσης είναι ότι Τροτσκυσταί και Μαοϊσταί συνειργάσθησαν σ' αυτή την αναταραχή. Τέλος, είναι βέβαιο, ότι το επίσημο Κομμουνιστικό κόμμα και οι εργατικές Οργανώσεις, που επηρεάζονται από αυτό, δεν είδαν στην αρχή με καλό μάτι την εξέγερση. Εν τούτοις, όταν το Κ.Κ.Γ. αντελήφθη ότι κινδύνευε να χάση τους οπαδούς του ή μέρος από αυτούς, έκρινε σκόπιμο να υιοθετήση τις ταραχές. Γι' αυτόν τον λόγο θεωρείται σήμερα από τους εθνικόφρονας Γάλλους συνυπεύθυνο».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η ανάλυσή του για τη γενική απεργία: «Ο γαλλικός Λαός επέρασε κατά τα τελευταία χρόνια μια περίοδο εξαιρετικής ευημερίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αι λαϊκαί μάζαι είναι ικανοποιημέναι. Είναι ανθρώπινο να ζητή κανείς ολοέν και πιο πολλά. Αυτή την ανθρώπινη τάση οι Αριστεροί γνωρίζουν να την εκμεταλλεύωνται αριστοτεχνικά. Μεταξύ των αναρχικών το σύνθημα του Μάο "πρωτού οικοδομήσετε, γκρεμίστε" έχει πιάσει σε ένα, αν και περιωρισμένον, αριθμό νέων.
»Αυτά, φυσικά, είναι παράλογα, τουλάχιστον για τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι η Ανθρωπότης αποτελείται από λογικά όντα. Όμως εδώ είναι που υπεισέρχεται η γνώμη του Ελβετού ψυχολόγου Μπέλερ, για τον κρυμμένο στα κατάβαθα της ανθρώπινης ψυχής παραλογισμό, με τον οποίον, άλλωστε, και εξηγείται το φαινόμενο της χιτλερικής εποχής» (6.6.68).
«Τα 3/5 των απεργών», εξηγεί παρακάτω, «είναι ικανοποιημένοι από την επίλυση των αιτημάτων τους και επιθυμούν να επιστρέψουν στην εργασία τους. Αλλ' αυτό δεν μπορεί να γίνη γιατί τα εργοστάσια έχουν καταληφθή από τα υπόλοιπα 2/5 των αδιαλλάκτων. Έτσι οι "Γκωλισταί" εργάται αντιμετωπίζουν μια μειονότητα απεργών, που έχει καταλάβει τα εργοστάσια και δεν τους αφήνει να εργασθούν!» (6.6.68). Ο μόνος εργάτης που μιλά στο ρεπορτάζ είναι ο «ηγέτης» των απεργοσπαστών της Σιτροέν, Ζαν Εστεμπάλ: αν οι απεργοί «συνεχίσουν την κατάληψη», δηλώνει, «θα χρησιμοποιήσουμε οποιοδήποτε μέσο για να ελευθερώσουμε τα εργοστάσια».
Αρνητικά χρωματίζονται οι διαδηλώσεις, ακόμη και ειρηνικές: «Το "Μπουλβάρ ντε Καπυσίν" πλημμύρισε από κομμουνιστάς διαδηλωτάς που εκραύγαζαν "Λαϊκή Δημοκρατία". Μετά πορεία τριών χιλιομέτρων στους κεντρικούς δρόμους του Παρισιού, οι διαδηλωταί, αφού συνήντησαν την αδιαφορίαν των φιλησύχων πολιτών, αναγκάσθησαν να διαλυθούν» (8.6).
Όσο για την κατειλημμένη Σορβόνη, όπου «εκατοντάδες φοιτηταί, βρώμικοι, αξύριστοι, πεινασμένοι, ταλαιπωρημένοι, κάθονται στα πεζούλια, στους πάγκους ή στο δάπεδο της αυλής», εντυπωσιάζει το δημοσιογράφο με τον τρόπο της: «Ο Βίκτωρ Ουγκώ χαμογελά αινιγματικά, κρατώντας στο αριστερό του χέρι μια κόκκινη σημαία και στο δεξί του μια ταμπελλίτσα από χαρτόνι που γράφει: "Μην πλησιάζετε το Πανεπιστήμιο γιατί θα σας φάμε". Δυο Σενεγαλέζες αραπίνες πίνουν τον καφέ τους στο γωνιακό μπαρ. Χασμουριούνται, κάτι δείχνουν και μετά μιμούνται με τη φωνή τους το εξωτικό πουλί. Ένας άπλυτος, αξύριστος νεαρός τρέχει στον δρόμο και φωνάζει: "Αν συναντήσετε ένα αστυφύλακα, σπάστε τον στο ξύλο. Εάν συναντήσετε τον Ντε Γκωλ, κάντε τον σούπα. Σορβόνη, Ιούνιος του 1968. Ενας κόσμος πολύ παράξενος, πολύ συγκεχυμένος, πολύ "ποπ αρτ"» (5.6.68).
«Προϊστάμενος του Γραφείου Τύπου των φοιτητών», κάποιος Ζακ, του εκμυστηρεύεται πως ο Ντανιέλ Κον Μπεντίτ «έχει παύσει να είναι αρχηγός μας», επειδή «έκαμεν ένα μεγάλο λάθος. Είπε προ ημερών σε Άγγλο δημοσιογράφο ότι η γαλλική σημαία έχει κατασκευασθή για να την σκίζουν και να την αντικαθιστούν με μια κόκκινη. Μετά απ' αυτό, τον ειδοποιήσαμε να φύγη από την Σορβόνην».
Ο ίδιος «προϊστάμενος» τον πληροφορεί για τη στρατηγική του κινήματος: «Δεν πρόκειται να το κουνήσουμε απ' εδώ εάν δεν μπούμε στη διοίκηση των πανεπιστημίων με 50%.
- Και ο Τσε Γκεβάρα, ο Μάο, ο Χο Τσι Μινχ, Ζακ;
- Δεν είναι τίποτα μπροστά στον αγώνα μας. Δεν είμαστε κομμουνισταί. Μόλις ικανοποιήσουν το αίτημά μας, όλα θα τελειώσουν».
Αξιοσημείωτη είναι, τέλος, μια πρωτοσέλιδη λεζάντα του «Έθνους» (5.6). Η φωτογραφία των οδοφραγμάτων του Καρτιέ Λατέν που κοσμεί το φύλλο, μας πληροφορεί, «"εκλάπη" από το μυστικό φωτογραφικό αρχείο των φοιτητών της Σορβόννης»...
Η τελευταία ανταπόκριση του Χαρδαβέλλα, στις 8 Ιουνίου, διαπιστώνει πως «η "Επανάστασις του Μαΐου 1968" έληξε» και ότι «την χαριστική βολή στον αναβρασμό των Γάλλων έδωσε η δολοφονία του Ρόμπερτ Κέννεντι. Μόλις έφθασε στο Παρίσι η είδηση, οι συζητήσεις των Γάλλων έπαυσαν να είναι πολιτικαί και περιεστρέφοντο συνεχώς γύρω από το τρομερό έγκλημα». Φυσικά, «μένουν ακόμη μερικές πληγές ανοικτές. Συνεχίζεται η απεργία στα εργοστάσια της "Σιτροέν", της "Ρενώ", στις Τηλεπικοινωνίες και τα ταξί», όμως η πόλη του φωτός ανακτά σιγά σιγά τα σύμβολά της: «Άναψαν πάλι και οι φωτεινές αφίσσες του "Φολί Μπερζέρ", του "Καν-Καν" και της "Κοπακαμπάνα". Είκοσι τεράστιοι προβολείς φώτισαν το βράδυ την Αψίδα του Θριάμβου. Θρίαμβος του εμπείρου πολιτικού Ντε Γκωλ και της Λογικής στη Γαλλία».
Στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος κινείται κι ο παλαίμαχος απεσταλμένος της «Βραδυνής», Βάσος Βασιλείου. Η διαφορά των ανταποκρίσεών του έγκειται στον τρόπο γραφής:
«Είναι ένας κόσμος κλειστός -πλανετάριουμ πνευματικής επιληψίας- το Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Αλλά κάθε τόσο, ύστερα από ολονύχτιες παννυχίδες, αυτό το ετερόκλητο πλήθος των σπουδαστών ξεχύνεται στους δρόμους, σαν άγριο κύμα, σπάζει ότι βρει μπροστά του, φτύνει το πρόσωπο της Γαλλίας και όλης της Ανθρωπότητας» (4.6). «Πολλοί από τους νέους αυτούς, που τα θέλουν όλα, δεν πιστεύουν σε τίποτα», διαπιστώνει. «Δεν λείπουν και οι ευγενείς προθέσεις. Αλλά είναι στα σύννεφα. Ιδεαλισμός θολός και ευάλωτος από τους επαγγελματίες της ισοπεδώσεως» (5.6).
Η κατειλημμένη Σορβόνη χαρακτηρίζεται έτσι «αποθήκη των πιο ακάθαρτων ενστίκτων», «καταφύγιον ακατανόμαστων οργίων», «καπηλείον αυτοπροκαλουμένης μέθης» και «δοχείον ιδεολογικών απορριμμάτων», οι διαδηλώτριες αποκαλούνται «Μαινάδες» κι οι σύντροφοί τους «αραβουργοί του παραληρήματος», «αφιονισμένοι νέοι» και «τιποτόφρονες». Τελικό συμπέρασμα: «σκουλήκια κουφοδρομούν στο σώμα της Γαλλίας».
Υπάρχει, φυσικά, μια αντικειμενική αδυναμία του ταλαίπωρου καραμανλικού δημοσιογράφου να κατανοήσει τους προβληματισμούς των εξεγερμένων, πόσο μάλλον να διακρίνει τις επιμέρους αποχρώσεις. Το διαπιστώνουμε απ' τη μεταγραφή μιας συνομιλίας του με τον Κον Μπεντίτ, τον «περιβόητο νεαρό Γερμανοεβραίο» (3.6) που φέρεται μεταξύ άλλων να δηλώνει (14.6) ότι «μόνο ο Μπακούνιν έδωσε την ουσία του Μαρξισμού» και πως «από τον Μάο παίρνει μόνο τα διδάγματα της διαλυτικής συνειδήσεως»!
Δεν λείπουν και κάποιες νότες οφθαλμοφανούς ζήλιας: «"Έτσι είναι ο Ντάνιελ Κον Μπεντίτ", μου λέγει με φλογερά μάτια ένα κορίτσι θεόρατο, ομορφοπλασμένο, η Ζακλίν Περντριές, πρώην δακτυλογράφος στο Συμβούλιο της Ευρώπης, που τα παράτησε όλα για να ανάψη πυρκαϊές στη Σορβόννη» (14.6). Δεν είναι άλλωστε η μόνη: «Γερμανοί, Ιταλοί, Ισπανοί και Ασιάτες αναρχικοί διολισθαίνουν στη Γαλλία, ως σύνδεσμοι της διεθνούς αναρχικής οργανώσεως» (7.6).
Τον τόνο δίνει η πανταχού παρούσα βία: «Είδα το κεφάλι του Ντε Γκωλ περασμένο σε ένα κοντάρι, να το περιφέρουν κανίβαλοι του καρτιέ Λατέν. Καταπληκτικό ομοίωμα, σαν να το είχαν κλέψει από την μαντάμ Τισώ. Είδα φονικές απειλές, σε πλακάτ. Μόνο γκιλοτίνες δεν είδα. Αλλά κι αυτές ετοιμάζονταν, καθώς πιστεύουν πολλοί» (8.6).
Ακόμη και σε μια συγκέντρωση υπέρ του καθεστώτος, με την οποία διασταυρώθηκε τυχαία, οι «αριστεροί» δέρνουν: «Άλλοι φώναζαν "πάμε να ανακαταλάβουμε τη Σορβόνη". Άλλοι ζητούσαν "επιστροφή του Σαλάν" - και έφαγαν ξύλο, ως άκρως δεξιοί, με τα βουερά συνθήματα της αριστερής πτέρυγος των ντεγκωλιστών "Ο φασισμός δεν θα περάση"» (10.6).
Αντίθετα απ' το Χαρδαβέλλα, που έφυγε νωρίς, ο Βασιλείου θα ζήσει τις συγκρούσεις της τρίτης μεγάλης «νύχτας των οδοφραγμάτων» (10-11.6.68):
«Λίγο έλειψε να πνιγώ στα δακρυγόνα, κοντά στον παληό σταθμό του Μονπαρνάς, και με περιμάζεψαν σε ένα σπίτι της οδού Ρεν, στο ισόγειο, όπου μια οικογένεια οπαδών του Ντυαμέλ (της "τρίτης δυνάμεως") μου έδωσε τις πρώτες βοήθειες ενισχυμένες... με κρασί Μπωζολαί!». Από εκεί παρακολουθεί «το αναποδογύρισμα ιδιωτικών αυτοκινήτων και το πέταγμα κοκτέηλς "Μολότωφ" από "κομάντος" της αναρχίας, που σκαρφάλωσαν σε ξένες σοφίτες», βλέπει όμως «και θαρραλέους πολίτες που έτρεχαν με κουβάδες νερό να σβήσουν τις φωτιές στα ανεστραμμένα αυτοκίνητα» (14.6).
Εκτός από τους «ταραξίες», αυτό που καταδικάζεται είναι πρωτίστως η γενική απεργία: «Δεκαπέντε χρόνια τα συνδικάτα σχεδίαζαν την απεργιακή αυτή πλημμυρίδα. Και είχαν πάψει πια να ελπίζουν, όταν αίφνης ξέσπασε η ομαδική παράκρουση. Από τη Σορβόννη πετάχτηκαν χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες "τέρατα παραφοράς" -η αποστροφή βγαίνει απ' τον Νίτσε- και με τυφλά χτυπήματα νέκρωσαν το Παρίσι. Τότε άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου. Αιτήματα δίκαια και αγαθά προσπεράστηκαν απ' τις πιο αμαρτωλές διεκδικήσεις.
» Είκοσι με εικοσιπέντε δισεκατομμύρια φράγκα στοιχίζει στο Δημόσιο το απεργιακό χαροκόπι κάθε ημέρα. Και έρχονται επάνω σ' αυτό το κενόν, οι εκβιαστικές αυξήσεις των μισθών και των ημερομισθίων. Η μείωση των ιδιωτικών επενδύσεων. Τα αγχώδη ερωτήματα για το ισοζύγιο πληρωμών. Βαριά θα είναι τα λύτρα των ημερών του Μαΐου» (5.6).
Πολεμική ανταποκρίτρια στο Βιετνάμ το 1966, «ριψοκίνδυνος, ερευνητική και αμερόληπτος», κατά την εφημερίδα της, η Αλεξάνδρα Στεφανοπούλου του «Ελεύθερου Κόσμου» ήταν η πρώτη ελληνίδα δημοσιογράφος που πάτησε το πόδι της στο εξεγερμένο Παρίσι - και η πολυγραφότερη στις ανταποκρίσεις της από εκεί.
Αντίθετα από τους άρρενες συναδέλφους της, που προτιμούσαν τις γενικεύσεις, στα ρεπορτάζ της κατέγραψε ένα αρκετά ευρύ φάσμα των γεγονότων. Εκτός από την κατειλημμένη Σορβόνη και τις συγκρούσεις της 10-11 Ιουνίου θα καλύψει επίσης τις συγκεντρώσεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς στο Σαρλετί (29.5), του ΚΚΓ στο Παλαί ντε Σπορ (10.6) και των γκολικών στα Ηλύσια Πεδία (30.5).
Χαρακτηριστική περιγραφή από την τελευταία αυτή συγκέντρωση, που σηματοδότησε την αντεπίθεση της συντηρητικής «σιωπηρής πλειοψηφίας»:
«Στην αρχή ο κόσμος έφτανε δειλά και φοβισμένα στην Κονκόρντ. Κρατούσαν διπλωμένες τις τρίχρωμες γαλλικές σημαίες, γιατί δεν έλειπαν τα κοροϊδευτικά χαμόγελα στο δρόμο. Επειτα οι σημαίες άρχισαν να κυματίζουν ελεύθερα. Τα πλήθη πύκνωναν. Ο ύμνος της Μαρσεγαίζ ακούστηκε για πρώτη φορά στο Παρίσι, όπου όλες τις προηγούμενες ημέρες δεν αντηχούσε παρά η Διεθνής. Και τότε έγινε κάτι το απερόγραπτα συγκινητικό: Στο αντίκρυσμα της σημαίας τα μάτια τους δάκρυζαν... - Μόνο σαν έφυγαν οι Γερμανοί από το Παρίσι είχαμε νοιώσει την ίδια συγκίνηση» (2.6).
Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η εικόνα της προεκλογικής συγκέντρωσης του Κ.Κ.Γ.: «Το κοινό -όπως και οι υποψήφιοι- δεν θύμιζε καθόλου επαναστατημένους νέους της Σορββόννης, με τα 'Γκουεβαρικά' μαλλιά και γένια, ούτε τους εργάτες της Σιτροέν και της Ρενώ, με τη φόρμα και το κασκέτο. Ύφος φιλήσυχο, μετρημένο, ανθρώπων που σέβονται την τάξη και τους νόμους. Οι ομιλητές δεν ανέφεραν τίποτε για επανάσταση. [...] Το Κ.Κ.Γ. παρουσιάσθηκε σαν ένα πατριωτικό γαλλικό αστικό κόμμα, το οποίον δεν ζητά τίποτε άλλο παρά να πάρη την θέση που πρέπει να έχη στην πολιτική της χώρας. Ο τόνος ήτο άλλοτε δημαγωγικός, άλλοτε απολογητικός και άλλοτε καθησυχαστικός» (12.6).
Στα κείμενά της διακρίνει κανείς μια πιο ανθρώπινη προσέγγιση των «ταραξιών», απ' ό,τι στις προηγούμενες ανταποκρίσεις: «Τα παιδιά φορούν κόκκινα μαντήλια στο λαιμό, κασκέτα στιλ Λένιν, πέτσινα σακκάκια και μπότες. Έχουν ύφος συνωμοτικό και χαρακτηριστικά τραβηγμένα από την αϋπνία και την κούραση» (1.6).
Απολαυστικές είναι τέλος οι περιγραφές της προσπάθειάς της να «εισχωρήσει» στους διαδηλωτές. Η σκηνή από τη συγκέντρωση του Σαρλετί:
«- Επειδή είμαι από επαρχία και δεν ξέρω καλά αυτούς που βγάζουν λόγο, είπα στον "συμφοιτητή μου", για πες μου σύντροφε όλοι αυτοί που μιλούν είναι κομμουνιστές;
- Α, όχι! Όταν αρχίζουν να μιλούν οι κομμουνιστές, τρώγονται μεταξύ τους. Είναι, βλέπεις, οι τροτσκιστές, οι μαρξιστές, οι Κινέζοι, οι γκεβαρικοί και δεν συμφωνούν μεταξύ τους.
- Μα τότε γιατί έχουμε τόσες κόκκινες σημαίες;
- Έτσι. Φαινόμαστε πιο επικίνδυνοι και μας υπολογίζουν».
Ο μόνος από τους έλληνες δημοσιογράφους που βρέθηκαν στο Παρίσι τις μέρες του Μάη και τάχθηκε, έστω και διακριτικά, υπέρ της εξέγερσης ήταν ο Νίκος Κυριαζίδης του συγκροτήματος Μπότση. Όχι τόσο στις -λιγοστές- ανταποκρίσεις του στην «Απογευματινή», όσο στην ανάλυση των γεγονότων που δημοσιεύθηκε μετά την επιστροφή του, στην «Ακρόπολη» (18.6).
«Το ότι "καταστράφηκε" το Καρτιέ Λατέν, όπως έγραψαν μερικές εφημερίδες, είναι μύθος», διαβάζουμε εκεί. «Την προπερασμένη Κυριακή πέρασα από το "Μπουλεβάρ σαιν Μισέλ", που έχουν γίνει οι περισσότερες συγκρούσεις, και τα ίχνη των μαχών ήταν ελάχιστα: μερικές προθήκες σπασμένες, δυο τρία κάγκελα από το περίφραγμα του Μουσείου Κλυνύ κατεβασμένα, ένα περίπτερο ξεριζωμένο. Κανένα σπίτι δεν έμοιαζε να έχει πάθει τίποτα».
Το κρίσιμο σημείο είναι, ωστόσο, η θετική πρόσληψη του «χάους» που κατήγγειλαν οι υπόλοιποι. Αφού ξεκαθαρίσει πως «όλες οι παρατάξεις» της εξέγερσης «είναι αριστερές και τα πιο δεξιά στοιχεία της είναι ίσως οι ορθόδοξοι κομμουνιστές», επισημαίνει πως «δύο είναι οι πανάκειες που προσφέρουν για να απαλλαγή ο άνθρωπος από το άγχος της κοινωνίας της καταναλώσεως: ο σοσιαλισμός και η ελευθερία».
Κι ακολουθεί, εν μέση χούντα (έστω και διά της αρχαιοελληνικής οδού) η υπεράσπιση του αμεσοδημοκρατικού πειράματος: «Το φοιτητικό κίνημα της Γαλλίας νομίζω ότι προσφέρει πολλά με την αναγέννηση της αρχαίας αθηναϊκής αγοράς. "Ο διάλογος είναι η επανάσταση" διακηρύσσει. Και έχει μετατρέψει τα Πανεπιστήμια σε βήματα ελευθέρων συζητήσεων, όπου ο καθένας μπορεί να αναπτύξει τις απόψεις του για οποιοδήποτε θέμα τον απασχολεί.
Εγώ που παρακολούθησα αυτή την αναγέννηση αυτής της αθηναϊκής αγοράς στη Γαλλία, πρέπει να σας πω ότι είναι κάτι το καταπληκτικό. Οι πιο αδιάφοροι άνθρωποι γίνονται ξαφνικά ζωντανά κύτταρα της κοινωνίας και από "νεκρές ψυχές" μιας μηχανικής κοινωνίας μετατρέπονται σε ζωντανά όντα. Είναι αφάνταστα τα αποτελέσματα που αρχίζει να αποδίδη ο "διαρκής διάλογος"».
Η ενασχόληση των αθηναϊκών ΜΜΕ με τα γεγονότα του Μάη δεν ήταν καθόλου αθώα. Αυτό τουλάχιστον εκτιμούσε τότε ένας από τους επιφανέστερους αστούς πολιτικούς της εποχής, ο μετέπειτα πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης.
«Οι ελληνικές εφημερίδες, πάντοτε κατευθυνόμενες, έδωσαν πολύ μεγάλη δημοσιότητα στις αναρχικές εκδηλώσεις των γάλλων σπουδαστών και εργατών», σημειώνει στις 27/5/1968 στο ημερολόγιό του. «Η σκέψη των προπαγανδιστών της δικτατορίας, που καθορίζουν ακόμη και τους τίτλους των εφημερίδων, πρέπει να ήταν απλή: "Η κοινή γνώμη θα κάμει τη σύγκριση"». Μάλιστα, «μια απογευματινή εφημερίδα, που διακρίνεται για τις... προοδευτικές της τάσεις, δεν δίστασε να καλέσει τον στρατηγό να ακολουθήσει το παράδειγμα των δικών μας κινηματιών» (Γ. Ι. Ράλλη, «Το ημερολόγιό μου τον καιρό της δικτατορίας», Αθήνα 1997, σ. 35).
Το ξεφύλλισμα των εφημερίδων της εποχής επιβεβαιώνει σε μεγάλο βαθμό την ανάλυση του Ράλλη. Η χουντική προπαγάνδα δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να κρύψει την έκταση της γαλλικής εξέγερσης από τον ελληνικό λαό. Πρόβαλε απεναντίας στο έπακρο την εικόνα του παρισινού «χάους», για να «νομιμοποιήσει» στα μάτια των συντηρητικότερων τμημάτων της κοινής γνώμης το εγχώριο δικτατορικό καθεστώς. Δεν έλειψαν, άλλωστε, και οι σχετικές πανηγυρικές «διαπιστώσεις» ή δημόσιες «παραινέσεις» προς την ελληνική νεολαία.
Τυπικό δείγμα η ομιλία του αντιβασιλιά, αντιστράτηγου Ζωιτάκη κατά την έναρξη των μαθητικών γυμναστικών επιδείξεων στο Παναθηναϊκό Στάδιο (2/6/1968): «Παραδειγματισθείτε από την κρίσιμον κατάστασιν εις την οποίαν η σπουδάζουσα νεολαία ωδήγησεν εσχάτως διαφόρους χώρας της Ευρώπης, παρασυρομένη από τας σκοτεινάς δυνάμεις της αναρχίας, αι οποίαι γνωρίζουν άριστα να εκμεταλλεύωνται την απειρίαν και τον ενθουσιασμόν της νεότητος. Κλείσατε μέσα εις την ψυχήν σας την Ελλάδα και την φιλοδοξίαν να καταστείτε "πολλώ κάρρονες" ημών».
Ακόμη πιο εύγλωττος ήταν, στην ίδια τελετή, ο υπουργός Παιδείας Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου: «Η συντριπτική πλειονότης της ελληνικής νεολαίας έχει αντιληφθή ότι δεν είναι πρόοδος, αλλά θλιβερά οπισθοδρόμησις και θλιβερά εγκατάλειψις εις τα πλέον βοσκηματώδη ένστικτα ολόκληρον αυτό το κίνημα νεανικής "οργής", που παρατηρείται εις πολλάς χώρας και υποδύεται μορφάς συνήθως αηδείς και ενίοτε καταστροφικάς. Δεν χρειάζεται ούτε γενναιότης, ούτε πνευματικότης, ούτε πρωτοτυπία δια να ξαναγίνη κανείς άνθρωπος των σπηλαίων και να συμπεριφέρεται σήμερον ως πίθηκος».
Την εικόνα συμπληρώνει η αρθρογραφία του ημερήσιου τύπου. Η «Βραδυνή» π.χ. καμαρώνει στις 11/6/1968 για το ότι, ελέω γύψου, «η σπουδάζουσα νεολαία της Ελλάδος -κατ' αντίθεσιν προς τας άλλας χώρας- διήλθε το λήγον σχολικόν έτος αφωσιωμένη εις το έργον της μαθήσεως και της αναπτερώσεως του εθνικού φρονήματος». Την αυθεντικότερη όμως εκδοχή αυτής της σύγκρισης την αντλούμε απ' τον «Ελεύθερο Κόσμο», που με τέσσερις «ειδικούς απεσταλμένους» κάλυψε ζωντανά τις εξεγέρσεις των ημερών στο Παρίσι, τη Ρώμη και το Βελιγράδι.
«Εις την Ελλάδα οι φοιτηταί δημιουργούν», πανηγυρίζει χαρακτηριστικά το κύριο άρθρο της εφημερίδας στις 14 Ιουνίου. «Αλλού καταστρέφουν. Εις την Ελλάδα σπουδάζουν, οπλίζονται διά τον αγώνα της ζωής και κατά τον ελεύθερον χρόνον των οργανώνουν εξορμήσεις κοινωνικής σημασίας. Αλλού αναποδογυρίζουν αυτοκίνητα, ανάπτουν πυρκαϊάς, ξηλώνουν πεζοδρόμια, τρέχουν εις τους δρόμους με κομμουνιστικάς σημαίας. Δεν διαφέρουν οι νέοι εις την Ελλάδα, την Γαλλίαν ή την Ιταλίαν. Παντού είναι το ίδιο ενθουσιώδεις, αγνοί και γενναίοι. Διαφέρει όμως το περιβάλλον εις το οποίον αναπτύσσονται. Εις άλλας χώρας εξακολουθούν να δρουν ασύδοτοι αι ξενοκίνητοι δυνάμεις ανατροπής, αι οποίαι χρησιμοποιούν την νεολαίαν ως όργανον αντιδημοκρατικών και αντεθνικών κατ' ουσίαν επιδιώξεων, υπό διάφορα απατηλά προσχήματα. Εις την Ελλάδα, όμως, έγινε μία Επανάστασις, η οποία έθεσε τέρμα εις την κακοποιόν δράσιν των δυνάμεων αυτών. Διαφορετικά και εδώ, όπου ένα μέρος της νεολαίας παρουσίαζε προ δύο-τριών ετών την ιδίαν εικόνα με την νεολαίαν της Γαλλίας, θα συνέβαιναν πολύ χειρότερα πράγματα από αυτά που συμβαίνουν εις άλλας χώρας της Ευρώπης».

http://www.iospress.gr
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ - 25/05/2008

Δεν υπάρχουν σχόλια: