Σάββατο, 28 Ιουνίου 2008

Η εικονική καταστολή της παιδεραστίας



Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι εφημερίδες και κυρίως τα κανάλια υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό την παραγγελία του υπουργού Δικαιοσύνης και τη σχετική διάταξη του αρμόδιου εισαγγελέα για τη δημοσιοποίηση των ονομάτων όσων συνελήφθησαν τον περασμένο μήνα με την κατηγορία ότι κατείχαν υλικό παιδικής πορνογραφίας.
Ορισμένες τηλεοπτικές εκπομπές δεν αρκέστηκαν στην κατ' επανάληψη αναφορά των ονομάτων, αλλά απαίτησαν και την άμεση δημοσιοποίηση των φωτογραφιών των «επικίνδυνων παιδεραστών». Κι όμως, ήταν σαφές εξαρχής ότι οι συλληφθέντες δεν κατηγορούνται για το αδίκημα της παιδεραστίας αλλά γι' αυτό της κατοχής πορνογραφικού υλικού με παιδιά το οποίο συνέλεξαν από το Διαδίκτυο.
Ελάχιστοι ήταν εκείνοι που προβληματίστηκαν με την εξέλιξη αυτή, με την οποία εγκαινιάζεται μια νέα αντιμετώπιση των κατηγορουμένων για τα λεγόμενα «ειδεχθή εγκλήματα».
Σύμφωνα με τις διατάξεις που εισήγαγε ο κ. Χατζηγάκης, γι' αυτούς δεν ισχύει η προστασία των προσωπικών δεδομένων. Ξεχωρίζουμε δυο άμεσες αντιδράσεις σ' αυτή την απόφαση συνάντησε τόσο ομόθυμη αποδοχή:
Πρώτα του προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ο οποίος επισήμανε ότι «η ρύθμιση είναι παντελώς ασύμβατη με το τεκμήριο της αθωότητας, θεμελιώδη αρχή του δικονομικού μας πολιτισμού με υπερνομοθετική, ισχύ. Και φοβούμαστε ότι, στην Ελλάδα της κλειδαρότρυπας και της καχυποψίας, η παροχή μιας τέτοιας ευχέρειας θα εκθέσει ανεπανόρθωτα την τιμή και υπόληψη πολλών συμπολιτών μας που, καιρό αργότερα, θα κριθούν αθώοι, και θα αποτελέσει το εφαλτήριο για σειρά καταδικαστικών, για τη χώρα μας, αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου» («Τα Νέα», 28/5/08).
Την αντίθεσή του κατέθεσε με άρθρο και ο δημοσιογράφος Πάσχος Μανδραβέλης, όπου ξεκαθαρίζει το αυτονόητο που όλοι καμώνονται πως ξεχνούν: «τα άτομα -τα ονόματα των οποίων δημοσιοποιήθηκαν ως εμπλεκομένων στην υπόθεση κατοχής και διακίνησης παιδικής πορνογραφίας- δεν είναι ούτε "παιδεραστές", ούτε "παιδόφιλοι". Δεν είναι καν "κάτοχοι ή διακινητές παιδικής πορνογραφίας". Είναι "κατηγορούμενοι για κατοχή και διακίνηση παιδικής πορνογραφίας"». Και στη συνέχεια αναρωτιέται: «Χρειάζεται η κοινωνία "προστασία από τους ειδεχθείς εγκληματίες", διά της δημοσιοποίησης ονομάτων των κατηγορουμένων; Και ποιος αναλαμβάνει τον ρόλο του προστάτη της κοινωνίας; Η εφημερίδα "Espresso", που πρώτη δημοσιοποίησε τα ονόματα;» («Καθημερινή» 28/5/08).
Ακολούθησαν και ορισμένες άλλες δειλές αντιδράσεις που πνίγηκαν, όμως, μέσα στην παλλαϊκή ανακούφιση.
Όσο κι αν είναι αναμενόμενη η αδημονία ορισμένων μέσων ενημέρωσης για απεικόνιση ειδεχθών εγκληματιών και τη λεπτομερή περιγραφή ακραίων μορφών σεξουαλικής κακομεταχείρισης παιδιών, η υπόθεση αυτή κρύβει πραγματικά πολλές παγίδες. Σε μια απ' αυτές δεν απέφυγε να πέσει και ο ίδιος ο υπουργός Δικαιοσύνης...
Καλεσμένος στην εκπομπή της Άννας Παναγιωταρέα στην κρατική ΝΕΤ, ο κ. Χατζηγάκης άκουγε επί ώρα την παρουσιάστρια να του εκθειάζει τη δημοσιογραφική εγκυρότητα του BBC και να του παρουσιάζει μια σελίδα από τον ιστότοπο του βρετανικού καναλιού, ως υπόδειγμα αυτού που πρέπει να κάνει και η ελληνική κυβέρνηση: «Υπουργέ μου, βλέπετε, πως τους παιδόφιλους τους παρουσιάζουν και πως εδώ δίνουν στη δημοσιότητα, στον κόσμο (τις φωτογραφίες τους) για να τους καταγγείλουν».
Πρόκειται, βέβαια, για παρανόηση. Η ιστοσελίδα που επέσειε στον υπουργό η κυρία Παναγιωταρέα αναρτήθηκε στις 6 Μαΐου 2008 στο site του BBC και φέρει τον τίτλο «Δημοσιοποιήθηκαν εικόνες "παιδόφιλου"». Οι ίδιες εικόνες διοχετεύτηκαν ταυτόχρονα από την Interpol σε όλα τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης και στον δικό της ιστότοπο. Μόνο που δεν πρόκειται για άτομο που συνελήφθη για οποιοδήποτε αδίκημα. Ισχύει το αντίθετο.
Η Interpol καταζητούσε επί δύο χρόνια το άτομο αυτό, το οποίο είχε ανακαλύψει σε φωτογραφίες να κακοποιεί παιδιά στη Ν.Α. Ασία και δεν μπορούσε να το εντοπίσει. Η δημοσιοποίηση των φωτογραφιών του έγινε με την πρόσκληση σε όποιον τον γνωρίζει να βοηθήσει στον εντοπισμό και τη σύλληψή του. Πράγματι, δεν πέρασαν 48 ώρες και συνελήφθη ο καταζητούμενος στο Νιου Τζέρσι.
Μια δεύτερη παρενέργεια διαπιστώσαμε στις εκπομπές του Μάκη Τριανταφυλλόπουλου. Ο γνωστός τηλεπαρουσιαστής διεκδίκησε την «τιμή» ότι σ' αυτόν και σ' έναν από τους γνωστούς τηλεψυχίατρους οφείλεται η απόφαση της πολιτείας να δημοσιοποιεί τα ονόματα των υπόπτων:
«Ο ψυχίατρος Δημ. Σούρας έγινε αιτία αυτής της αποκάλυψης που ξεκίνησε από την ιστοσελίδα μας και έφτασε μέχρι το υπουργείο Δικαιοσύνης, με αποτέλεσμα να αντιδράσουν άμεσα και οι δικαστικοί λειτουργοί και να δώσουν τα ονόματα των παιδόφιλων στη δημοσιότητα. Είναι μια σχετική νίκη σε σχέση με το αντικείμενό του» (26/5).
Αμέσως μετά, ο παρουσιαστής προχώρησε λίγο παρακάτω: «Ο άνθρωπος, λοιπόν, αυτός κατήγγειλε ότι ευκατάστατος επιχειρηματίας των βορείων προαστίων βίαζε το παιδί του και το βιάζει επί δεκατρία χρόνια. Είναι η πέμπτη ή έκτη μέρα που το καταγγέλλω δημόσια και δεν έχει υπάρξει αντίδραση από τη Δικαιοσύνη. Σ' αυτές τις περιπτώσεις, εγώ τι κάνω; Βγάζω το όνομα, τη φάτσα του ανθρώπου, γίνεται πανζουρλισμός, με τραβάνε εδώ κι εκεί διάφοροι φωστήρες πανεπιστημιακοί του ποινικού δικαίου τύπου Αλιβιζάτου, Σταθόπουλου και σία». Κατά τη γνώμη του κ. Τριανταφυλλόπουλου, «η μοναδική τιμωρία που ισχύει σ' αυτό τον τόπο είναι ο διασυρμός και η γελοιοποίηση διά του τύπου».
Αυτή η θεωρητικοποίηση του λιντσαρίσματος προκάλεσε την αντίδραση ακόμα και των παρισταμένων: Ο Λουκάς Αποστολίδης του ΠΑΣΟΚ υπέδειξε ότι, αν ισχύει η καταγγελία, ο δρόμος είναι η κατάθεση στον εισαγγελέα και όχι στα μέσα ενημέρωσης. Και, ξαφνικά, όλοι αντιλήφθηκαν ότι το πρώτο θύμα από τη δημοσιοποίηση των στοιχείων του πατέρα θα είναι το ίδιο το παιδί.
Ο συνθέτης Γιάννης Γλέζος ρώτησε τον ψυχίατρο αν έχει προβληματιστεί πού θα μπορούσε να οδηγήσει η «άτσαλη» δημοσιότητα το ίδιο το παιδί και θύμισε ότι ο ίδιος ο κ. Σούρας είχε υποστηρίξει ότι «δεν βλάπτει ένα λιντσαρισματάκι για τον δολοφόνο του Αγρινίου». «Ναι, το είπα», παραδέχτηκε με αφοπλιστική ειλικρίνεια εκείνος. Για να λάβει την απάντηση:
«Λέγεται αυτό από έναν ψυχίατρο; Να καλείτε το λαό να λιντσάρει; Αυτή τη στιγμή δεν κάνετε ένα παρόμοιο λιντσάρισμα; Τον ψυχισμό αυτού του παιδιού τον έχετε σκεφτεί;».
Το μόνο που βρήκε να απαντήσει ο κ. Σούρας ήταν το αποκαλυπτικό: «Στην εποχή που υπάρχουν οι παιδεραστές, που υπάρχουν τα Internet, που υπάρχουν όλα αυτά τα πράγματα, κάτι πρέπει να κάνουμε». Έτσι, λοιπόν. Οι παιδεραστές και το Internet! Οι δύο μάστιγες της εποχής μας!
Η περίπτωση αυτή, πάντως, είναι χαρακτηριστική. Αν κατανοούμε ότι η διαπόμπευση του πατέρα-βιαστή στρέφεται και εναντίον του παιδιού-θύματος, τότε πώς είμαστε τόσο πολύ πεισμένοι ότι η δημοσιοποίηση ονομάτων υπόπτων για απλή κατοχή πορνογραφικού υλικού είναι επιβεβλημένη για λόγους κοινωνικής προστασίας; Τα δικά τους παιδιά και η δική τους οικογένεια δεν πρέπει να προστατευτούν από το λιντσάρισμα έως ότου τουλάχιστον αποφανθεί η Δικαιοσύνη για το βάσιμο των κατηγοριών;
Βέβαια, υπάρχει μια κεντρική ιδέα που στηρίζει την άποψη για τη δημοσιοποίηση ονομάτων και φωτογραφιών. Θεωρείται περίπου αυτονόητο ότι όσοι έρχονται σε επαφή με την παιδική πορνογραφία βρίσκονται ήδη στο πρώτο στάδιο της παιδεραστίας. Και η δημοσιοποίηση των στοιχείων προτείνεται ως μέτρο πρόληψης του φρικιαστικού αυτού εγκλήματος. Όμως οι σχετικές μελέτες δεν επιβεβαιώνουν αυτή την τόσο διαδομένη πεποίθηση.
Η σχετική μελέτη του εξειδικευμένου διεθνούς συντονιστικού οργανισμού ECPAT International που πραγματοποιήθηκε από την Margaret Healy, στο πλαίσιο του Πρώτου Παγκόσμιου Συνεδρίου για την Εμπορική Σεξουαλική Εκμετάλλευση των Παιδιών (1996) είναι διαφωτιστική:
«Στο εσωτερικό της επιστημονικής κοινότητας υπάρχουν αξιοσημείωτες διαφωνίες γύρω από τις αρνητικές συνέπειες (εφόσον υπάρχουν) της παιδικής πορνογραφίας πάνω στη συμπεριφορά των υποψήφιων ή πραγματικών δραστών. Η κύρια αιτία που προκαλεί αυτές τις συζητήσεις είναι ότι βρισκόμαστε σε αδυναμία να διεξάγουμε εργαστηριακές έρευνες κάνοντας χρήση των καθορισμένων επιστημονικών μεθόδων, οι οποίες θα κατέληγαν σε στατιστικά αξιόπιστα συμπεράσματα. [...]
Πολλοί ερευνητές έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει υγιής επιστημονική βάση στην τοποθέτηση ότι η έκθεση ενός ατόμου σε παιδική πορνογραφία ενισχύει την πιθανότητα να προβεί αυτό το άτομο σε σεξουαλική κακομεταχείριση παιδιών. Άλλοι υποστηρίζουν ότι υπάρχει μια σταθερή σχέση μεταξύ της χρήσης της πορνογραφίας και των σεξουαλικών επιθέσεων. Επιστήμονες υποστηρίζουν ότι οι έρευνές τους υποδεικνύουν ότι η χρήση παιδικής πορνογραφίας είναι προάγγελος άλλων σεξουαλικών εγκλημάτων και ότι η παιδική πορνογραφία ρίχνει νερό στο μύλο του πάθους της παιδοφιλίας. Άλλοι επιστήμονες συμπεραίνουν ότι η παιδική πορνογραφία είναι μια βαλβίδα ασφαλείας που προλαμβάνει παρόμοια εγκλήματα. [...]
»Είναι ικανοποιητικά στοιχειοθετημένο το γεγονός ότι οι παιδόφιλοι μπορεί να κατέχουν εκτενείς συλλογές παιδικής πορνογραφίας. Εντούτοις δεν ισχύει ότι όλοι οι παιδόφιλοι που συλλέγουν ή βλέπουν πορνογραφικό υλικό προβαίνουν και σε σεξουαλική κακοποίηση παιδιών. Και ούτε όλοι όσοι συλλέγουν παιδική πορνογραφία μπορούν να χαρακτηριστούν παιδόφιλοι».
Από τότε που έγραφε αυτά η Margaret Healy έχουν, βέβαια, αλλάξει πολλά. Και είναι γεγονός ότι μέσω του Internet η παιδική πορνογραφία έχει εκτιναχτεί σε μια από τις πιο κερδοφόρες μαύρες βιομηχανίες.
Αλλά τα ίδια συμπεράσματα βρίσκουμε και σε μια πρόσφατη σχετικά μελέτη που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ. Επιλέγουμε σκόπιμα την πηγή αυτή, διότι οι αρχές των ΗΠΑ βρίσκονται στην πρωτοπορία των σκληρών μέτρων κατά της παιδικής πορνογραφίας.
Η μελέτη αυτή των Wortley και Smallbone υποστηρίζει ότι «οι χρήστες της παιδικής πορνογραφίας μέσω Internet δεν εμπλέκονται αναγκαστικά σε πράξεις σεξουαλικής κακομεταχείρισης παιδιών. Δεν είναι γνωστό πόσοι ακριβώς άνθρωποι μπορεί να έρθουν σε επαφή με παιδική πορνογραφία στο Internet χωρίς ποτέ να κακομεταχειριστούν ένα παιδί. Πριν υπάρξει το Internet, περίπου το ένα πέμπτο έως το ένα τρίτο των ατόμων που συλλαμβάνονταν για κατοχή παιδικού πορνογραφικού υλικού εμπλέκονταν και σε πραγματική κακομεταχείριση. Εντούτοις το Internet διευκολύνει ανθρώπους που ποτέ δεν θα είχαν πρόσβαση σε παραδοσιακές μορφές παιδικής πορνογραφίας να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους, κι αυτό ενθαρρύνει τους ευκαιριακούς χρήστες. Αν δούμε τη σχέση αυτή από την αντίστροφη πλευρά, αυτοί που καταδικάζονται για σεξουαλική κακομεταχείριση παιδιών δεν αναζητούν ούτε συλλέγουν αναγκαστικά παιδική πορνογραφία. Σύμφωνα με μια μελέτη μόνο ένας στους δέκα δράστες σεξουαλικής κακομεταχείρισης παιδιών έχει σχέση και με πορνογραφία».
Η ίδια μελέτη του υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ δεν διστάζει να διαπιστώσει ότι η πορνογραφία μπορεί να έχει και μια «καθαρτήρια» επίδραση: «Η πορνογραφία μπορεί να λειτουργήσει ως υποκατάστατο ή ακόμα και να βοηθήσει το άτομο να αντισταθεί στη σεξουαλική έλξη που νιώθει προς τα παιδιά».
Ο νόμος του κ. Χατζηγάκη ήρθε στο τέλος του 2007 να αντικαταστήσει τον μέχρι τότε ισχύοντα (3064/2002), ο οποίος είχε ψηφιστεί από το σύνολο των κομμάτων για να εκσυγχρονιστούν οι διατάξεις του Ποινικού Κώδικα που αφορούν εγκλήματα σχετικά με τη γενετήσια ζωή. Ο νόμος εκείνος εισήγαγε πρώτη φορά την πορνογραφία εις βάρος ανηλίκων ως αυτοτελές αδίκημα, αλλά έθετε ως προϋπόθεση το κέρδος. Εξηγώντας τα προτερήματα του νόμου του 2002 ο επ. καθηγητής Ποινικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Νίκος Λίβος («Το Βήμα», 10/4/05) υποστήριζε ότι ειδικά στο θέμα της παιδικής πορνογραφίας ο νόμος 3064/2002 ήταν εξαιρετικά πετυχημένος για τους ακόλουθους λόγους:
1. Γιατί η σχετική πράξη τιμωρείται ως έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής του ανηλίκου και όχι ως αποκλίνουσα γενετήσια συμπεριφορά.
2. Διότι με τη διάταξη επέρχεται ο ελάχιστος αναγκαίος περιορισμός στην προσωπική ελευθερία και στην ελευθερία του Τύπου και δεν εισάγονται στο Ποινικό Δίκαιο αόριστες έννοιες.
3. Διότι ο έλληνας νομοθέτης δεν ενέδωσε στον παρατηρούμενο διεθνώς αντιπορνογραφικό ακτιβισμό θέτοντας μαξιμαλιστικούς στόχους, όπως θα ήταν π.χ. η αντιμετώπιση της πορνογραφίας ως ηθικά απαξιωτικής συμπεριφοράς στο σύνολό της (δηλαδή ανεξαρτήτως των κινήτρων του δράστη), αλλά περιόρισε το αξιόποινο της πράξεως στον κερδοσκοπικό της χαρακτήρα, την τιμωρεί δηλαδή μόνο όταν αυτή τελείται «από κερδοσκοπία».
Με το νόμο Χατζηγάκη ανατρέπονται όλα αυτά τα προτερήματα που εντόπιζε στον προηγούμενο νόμο ο καθηγητής Λίβος. Μέσα σε πέντε δηλαδή χρόνια αναποδογυρίζεται η λογική του νομοθέτη, κάτω από τον πανικό που προκαλεί ο σκοτεινός (για πολλούς) κόσμος του Διαδικτύου.
Βέβαια, ο κ. Χατζηγάκης δεν κάνει του κεφαλιού του. Ο νόμος 3625/2007 -που κι αυτός ψηφίστηκε ομόφωνα στη Βουλή (εκτός από μια τροπολογία, στην οποία αναφερόμαστε σε διπλανή στήλη)- δεν είναι τίποτα άλλο παρά η «κύρωση και εφαρμογή του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και παιδική πορνογραφία».
Το Προαιρετικό αυτό Πρωτόκολλο υιοθετήθηκε με το ψήφισμα 54/263 (25/5/2000) της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ και υπογράφτηκε από την Ελλάδα τον ίδιο χρόνο. Η χώρα μας είναι μια από τις πρώτες χώρες που κυρώνει το Πρωτόκολλο.
Το κείμενο αυτό εισάγει την άνευ όρων ποινικοποίηση της παιδικής πορνογραφίας, εφαρμόζοντας το συμπέρασμα της Διεθνούς Διάσκεψης για την Καταπολέμηση της Παιδικής Πορνογραφίας στο Διαδίκτυο που συνήλθε στη Βιέννη το 1999. Όμως, ο ελληνικός νόμος δεν αρκείται στην απόλυτη ποινικοποίηση της πορνογραφίας, αλλά εισάγει και μια πρωτοφανή διάκριση εις βάρος των χρηστών του Internet. Ο κάτοχος πορνογραφικού υλικού μέσω Internet τιμωρείται με διπλάσια ποινή από εκείνον που κατέχει ή προμηθεύεται υλικό μέσω άλλων διαύλων. Κανονικά θα έπρεπε να ισχύει το αντίστροφο, εφόσον η πρόσβαση σε παρόμοιο υλικό μέσω Internet είναι πανεύκολη, ενώ μέσω άλλων διόδων απαιτεί ειδικές επαφές και γνώσεις του παράνομου κυκλώματος.
Όσο για την άλλη «πρωτοτυπία» του ελληνικού νόμου, δηλαδή τη μαζική δημοσιοποίηση ονομάτων ατόμων που διώκονται για κατοχή πορνογραφικού υλικού, αν λάβει κανείς υπόψη του τη διεθνή εμπειρία, θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον επιφυλακτικός απέναντι στην τόσο εύκολη «λύση». Πρώτα πρώτα επειδή το ίδιο το Internet είναι από τη φύση του ένα μέσο που εξάπτει την περιέργεια και διευκολύνει την «κατά μόνας» διερεύνηση κάθε σκοτεινής πλευράς της ανθρώπινης (ακόμα και απάνθρωπης) δραστηριότητας. Αλλά όχι μόνο γι' αυτό.
Η επιχείρηση που κατέληξε στις πρόσφατες συλλήψεις στην Ελλάδα είναι ο τελευταίος κρίκος μιας σειράς ανάλογων και πολύ ευρύτερων επιχειρήσεων που διεξάγει την τελευταία δεκαετία η Interpol. Μοντέλο γι' αυτού του είδους τις επιχειρήσεις είναι η επιχείρηση Cathedral που ξεκίνησε στην Καλιφόρνια τον Απρίλιο του 1996 και υπήρξε η μεγαλύτερη αστυνομική επιχείρηση όλων των εποχών.
Στο επίκεντρό της ήταν ορισμένες κλειστές δικτυακές «λέσχες», με ονόματα όπως Orchid Club (στις ΗΠΑ) και Wonderland Club (στη Βρετανία). Οι αστυνομίες 14 χωρών κατάσχεσαν 750.000 πορνογραφικές εικόνες παιδιών και 1.800 ώρες βίντεο με σεξουαλική κακομεταχείριση ανηλίκων.
Το τραγικό είναι ότι από τα 1.263 παιδιά που εικονίζονταν στα υλικά της λέσχης Wonderland ταυτοποιήθηκαν μόλις τα 16. Όσο για τους υπόπτους, συνελήφθηκαν 105 σ' όλο τον κόσμο και απ' αυτούς απαλλάχτηκαν οι 27, ενώ οι 8 αυτοκτόνησαν. Όμως τα μέλη αυτών των λεσχών δεν ήταν απλοί «κάτοχοι» πορνογραφικού υλικού. Για να γίνει κάποιος δεκτός έπρεπε να δημιουργήσει ο ίδιος 10.000 εικόνες. Ήταν δηλαδή και ο ίδιος άμεσα συνένοχος στην κακομεταχείριση.
Μια ανάλογη επιχείρηση διεξάχθηκε στη Μ. Βρετανία το 1999 με την ονομασία Ore και οδήγησε σε 3.744 συλλήψεις, 1.451 καταδίκες και τουλάχιστον 35 αυτοκτονίες υπόπτων.
Όμως, από το 2003 αμφισβητούνται σοβαρά τα αποτελέσματα αυτής της επιχείρησης. Ο γνωστός ερευνητής Ντάνκαν Κάμπελ, ο πρώτος που αποκάλυψε την ύπαρξη του διαβόητου προγράμματος παρακολούθησης ECHELON το 1988, ασχολήθηκε σε σειρά άρθρων από το 2005 ως το 2007 για να αποδείξει τα κενά της αστυνομικής αυτής επιχείρησης. Και πριν από ένα χρόνο, μια έρευνα του BBC -που τόσο πολύ θαυμάζουν ο κ. Χατζηγάκης και η παρουσιάστρια της ΝΕΤ- έθεσε σε αμφισβήτηση τα αποτελέσματα της επιχείρησης και υποχρέωσε τη βρετανική αστυνομία να παραδεχτεί ότι «έγιναν κάποια λάθη».
Αυτά τα «λάθη» ήθελε να προλάβει η μέχρι πρότινος ισχύουσα προστασία των προσωπικών δεδομένων όσων συλλαμβάνονται για οποιονδήποτε λόγο. Και αν έπρεπε για κάποιους να εξακολουθεί να ισχύει αυτή η προστασία, θα ήταν για εκείνους ακριβώς που κατηγορούνται γι' αυτά τα ατιμωτικά εγκλήματα. Γιατί ο στιγματισμός ενός αθώου με την κατηγορία του «παιδεραστή» δεν μπορεί να ξεπλυθεί ποτέ. Και η αμφιβολία του κοινωνικού του περίγυρου θα λειτουργεί πάντοτε εναντίον του, όσες αθωωτικές αποφάσεις κι αν καταφέρει να εξασφαλίσει.
Το κακό είναι ότι με τη μέθοδο του επίσημου λιντσαρίσματος που εισήγαγε ο κ. Χατζηγάκης δεν εξασφαλίζεται ούτε ο υποτιθέμενος στόχος αυτής της εκστρατείας. Είναι αμφίβολο αν έστω και ένας από τους κατονομασθέντες «παιδόφιλους» είχε άλλη δραστηριότητα πλην της οφθαλμοπορνικής. Όμως όλοι νομίζουμε τώρα ότι τα παιδιά μας είναι πιο ασφαλή, γιατί -τάχα- ξηλώθηκε ένα κύκλωμα. Εικονικό είναι το ξήλωμα, όπως εικονικό ήταν και το άθλιο πάθος των εμπλεκομένων.

Ο ΙΟΣ ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ - 15/06/2008

Δεν υπάρχουν σχόλια: