Σάββατο, 3 Μαΐου 2008

Το ροκ του παρελθόντος μας


Όσο παράλογο κι αν ακούγεται σήμερα, υπήρξε μια εποχή στην Ελλάδα, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, όπου, σύμφωνα με τον Νίκο Νικολαΐδη, «η θέα ενός μπλουτζίν προκαλούσε την ίδια υστερία όσο κι ένας νέγρος μέσα σε λεωφορείο με λευκούς στην Αλαμπάμα»! Το «κοκοράκι» στα μαλλιά, το λευκό φανελάκι και το τόσο δυσεύρετο ακόμα μπλουτζίν δήλωναν με τον πιο σαφή τρόπο την αντίδραση μιας μερίδας της νεολαίας απέναντι στον καθωσπρεπισμό των μεγάλων και αντλούσαν τη συμβολική τους δύναμη από την ταύτισή τους με -ποια άλλη;- την Αμερική.
Όπως επισημαίνει ο Νίκος Μποζίνης στο βιβλίο του «Ροκ παγκοσμιότητα και ελληνική τοπικότητα» (εκδ. Νεφέλη), σε μιαν Ελλάδα που μόλις κι άρχιζε ν' αποκτάει δρόμους κι όπου οι πολίτες ήταν ευχαριστημένοι αν εξασφάλιζαν ένα καλό ρούχο πέρα από ένα πιάτο φαΐ, ο καταναλωτικός παράδεισος των ΗΠΑ και η κοινωνική ευελιξία της αμερικανικής νεολαίας σαγήνευαν πολύ κόσμο, αν εξαιρέσουμε ίσως εκείνον της αριστεράς.
Γιατί το ροκ είχε και έχει τόση μεγάλη επιρροή στη χώρα μας; Τι αντιπροσωπεύει κοινωνικά; Πώς καταφέρνει να μένει επίκαιρο και ισχυρό; Και πώς πετυχαίνει να είναι ταυτόχρονα προσωπικό και συλλογικό, τοπικό και παγκόσμιο;
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, το να καταπιαστεί κανείς με τέτοιου είδους ερωτήματα στη διδακτορική διατριβή του ήταν τουλάχιστον περίεργο. Ο Νίκος Μποζίνης, πάντως, με σπουδές ιστορίας και κοινωνικής ανθρωπολογίας στο ΑΠΘ, έκανε το άλμα υπό την εποπτεία του καθηγητή Αντώνη Λιάκου κι επιχείρησε να αναλύσει διεξοδικά το φαινόμενο αυτό απευθυνόμενος σε κοινό ευρύτερο από το ακαδημαϊκό.
«Το πιο συνηθισμένο σχόλιο όσων πληροφορούνταν ότι ασχολούμουν με την ιστορία του ροκ ήταν ότι είναι καλύτερα να το ζεις παρά να γράφεις γι' αυτό», ομολογεί στον πρόλογό του ο σημερινός διευθυντής του Α' Γυμνασίου Ζεφυρίου, μέλος κι ο ίδιος στα νιάτα του ενός ερασιτεχνικού συγκροτήματος. «Η παρατήρηση δεν ήταν άστοχη. Κατά βάθος όμως ήξερα ότι δεν με αφορούσε. Πρώτα, γιατί δεν μου έλειπε και μένα η σχετική εμπειρία και ύστερα, γιατί γνώριζα πολύ καλά ότι όσο το ροκ είναι δυναμικό κι ενθουσιώδες άλλο τόσο είναι και στοχαστικό, ότι όσο είναι απλό και προσιτό άλλο τόσο είναι απαιτητικό στην αναζήτηση της αλήθειας»...
Κράμα τριών διαφορετικών ειδών, του rythm 'n' blues, της country και της pop μουσικής, η ροκ εμφανίστηκε στις ΗΠΑ το 1954 βρίσκοντας απήχηση και στα τρία, επίσης ξεχωριστά ως τότε, ακροατήρια. Η δυναμική της, τη στιγμή που η μεταπολεμική νεολαία είχε μπόλικα χρήματα να ξοδέψει για δίσκους, ρούχα και σινεμά, ήταν πρωτοφανής.
Πολύ γρήγορα, ο ροκ ήχος, ο ροκ ρυθμός και το ροκ στιλ διέσχισαν τον Ατλαντικό κι ένα δυναμικό κύμα από ιδέες, αισθήματα και συμπεριφορές σάρωνε τις δυτικές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της δικής μας.
Μ' αυτό ακριβώς καταπιάνεται ο Μποζίνης στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου του: τους διαύλους του ροκ στην ελληνική κοινωνία (δισκοπωλεία, ραδιόφωνο, ταινίες, γκρουπ, στέκια), τη σχέση του με το επίσημο κράτος, την οικονομία, την πολιτική. Καρπός δεκαετούς έρευνας, η μελέτη του καλύπτει την περίοδο 1956- 2003 αγκαλιάζοντας όλες τις εκφάνσεις του φαινομένου και αντλεί το υλικό της από τον ημερήσιο και τον περιοδικό τύπο κυρίως, αλλά και από δεκάδες «πληροφορητές», από τον Διονύση Σαββόπουλο ως τον Γιάννη Αγγελάκα.
Παρακολουθώντας συστηματικά την πρώτη υποδοχή του ροκ εδώ, την ενεργητική του αφομοίωση από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, τη νοηματοδότησή του επί χούντας, τη δοκιμασία του στα πολιτικοποιημένα χρόνια της μεταπολίτευσης και τον αγώνα του να διατηρήσει τη θέση και το χαρακτήρα του σε μια εντελώς εμπορευματοποιημένη εποχή, ο Μποζίνης διασχίζει την απόσταση που χωρίζει το ροκ εντ ρολ από το χιπ χοπ, το τζουκμπόξ από το κομπιούτερ, τις ντισκοτέκ από τα ρέιβ πάρτι, τους φλώρους από τους καρεκλάδες, τους Ολύμπιανς από τα Μπουρμπούλια.
Και καθώς περνά από την Ελλάδα της βιοπάλης και της αντιπαροχής στην Ελλάδα της παγκοσμιοποίησης, αναδεικνύει και την αλλαγή της ροκ «αποστολής»: αν δηλαδή στην αρχή ο ρόλος του εγχώριου ροκ ήταν να υποστηρίξει το ροκ ως κάτι ξένο που άξιζε να μεταφερθεί και να προσαρμοστεί στη χώρα μας, στη συνέχεια θεωρήθηκε αυτονόητο ότι το βάρος του έπρεπε να δοθεί στη σύνθετη και αντιφατική ελληνική πραγματικότητα, ώστε ν' αναμετρηθεί μαζί της πιο πειστικά. Όσο για τις πολυκύμαντες σχέσεις του με την αριστερά, «η μεταξύ τους απόσταση ούτε χαώδης ήταν ούτε μόνιμη», λέει ο Μποζίνης. «Πριν από τη χούντα υπήρχε διάσταση απόψεων ανάμεσα στη βάση και την κομματική ηγεσία, αλλά από τη μεταπολίτευση και μετά πολλοί επώνυμοι αριστεροί ήταν ενήμεροι για τη διεθνή ροκ σκηνή, θεωρώντας το ενδιαφέρον τους αυτό και πρωτοπόρο και αναγκαίο».

http://www.enet.gr/online/online_text/c=113,dt=20.04.2008,id=30122496

Δεν υπάρχουν σχόλια: