Κυριακή, 21 Ιουνίου 2009

Η δημοσιογραφία στην Ελλάδα: σπασμένα μολύβια και χαλασμένα μικρόφωνα


Το σύνθημα «αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι» ακούστηκε για πρώτη φορά σε μία πορεία για το Πολυτεχνείο, στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Ήταν η εποχή που η δημοσιογραφία άρχισε να πληρώνει στους ανθρώπους της τα χρωστούμενα δεκαετιών. Η απελευθέρωση της αγοράς των μέσων ενημέρωσης, η θεαματική είσοδος των επιχειρηματιών και το πολύχρωμο βουητό στις συχνότητες προσέφεραν διπλά και τριπλά μεροκάματα. Πριν από είκοσι χρόνια η προσφορά ικανών δημοσιογραφικών χεριών ήταν μικρότερη από τη ζήτηση. Μέσα σε λίγους μήνες εξέπεμψαν ιδιωτικά κανάλια, φύτρωσαν ραδιοσταθμοί, οι εφημερίδες άρχισαν να συνηθίζουν στο κρύο νερό της αλλαγής. Ακόμα και όσοι ξεκοκάλιζαν όσα τους είχαν απομείνει από τη μετεγγραφή τους στο συγκρότημα του Κοσκωτά, είχαν πλέον μπροστά τους προτάσεις για να επιλέξουν. Μισθωτοί έγιναν σταρ μέσα σε λίγα βράδια. Ξέχασαν τη μυρωδιά του αντιμόνιου της λινοτυπίας και έμαθαν να κλείνουν το μάτι στην κάμερα ή να καθαρίζουν το λαρύγγι πριν το εκθέσουν στο μικρόφωνο. Ταυτοχρόνως ξεκίνησαν να λειτουργούν ως πρότυπα, ως καλούπια παραγωγής νέων δημοσιογράφων, οι οποίοι άρχισαν να εισρέουν στο επάγγελμα αφού περνούσαν από ιδιωτικές σχολές όπου επαγγελματίες δημοσιογράφοι υποδύονταν τους ερασιτέχνες καθηγητές. Αν σήμερα δικαίως διαμαρτύρεστε για την ποιότητα της δημοσιογραφίας στη χώρα μας, καλό είναι να θυμηθείτε με ποια κριτήρια εσείς οι ίδιοι αναδείξατε τους πρώτους ακριβοπληρωμένους σταρ του επαγγέλματος.
Ποτέ το επάγγελμα του δημοσιογράφου δεν ήταν μία δουλειά όπως οι υπόλοιπες. Ούτε τώρα είναι. Μέχρι την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και... του κρατικού μονοπωλίου στην ενημέρωση, το πεδίο άσκησης του επαγγέλματος είχε αυστηρά και διακριτά όρια: στις εφημερίδες της Αθήνας και των μεγάλων πόλεων της περιφέρειας καθώς και στα δημόσια ραδιοτηλεοπτικά μέσα. Προέβλεπε αξιοπρεπείς αμοιβές, στα μέτρα του ιδιωτικού τομέα, προνομιακό ασφαλιστικό καθεστώς, ατέλειες και φορολογικές απαλλαγές. Επίσης πρωτοβουλίες όπως το «Λαχείο των Συντακτών» ή η παραχώρηση εκτάσεων για τη δημιουργία οικοδομικών συνεταιρισμών, μας δείχνουν ότι μπορεί ο κλάδος να βρίσκεται, δεοντολογικά, απέναντι από την εξουσία, αλλά ενίοτε κάνει και δουλειές μαζί της. Μέχρι τη δύση της δεκαετίας του ‘80 το επάγγελμα ήταν κλειστό. Οι νέες θέσεις εργασίας δεν έβγαιναν στις μικρές αγγελίες και συνήθως τις κάλυπταν αυτοί που, πράγματι, έγραφαν τις αγγελίες στο ξεκίνημα της καριέρας τους. Μία καλή γνωριμία ήταν -και είναι- ο καλύτερος και ο πιο σύντομος δρόμος προς το δημοσιογραφικό γραφείο και το μισθολόγιο. Σημειώστε πως η δημοσιογραφία στην Ελλάδα είναι το μοναδικό επάγγελμα στο οποίο η κατοχή εξειδικευμένου πανεπιστημιακού τίτλου δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο στην εξέταση των τυπικών προσόντων του υποψηφίου προς πρόσληψη. Οι πανεπιστημιακές σχολές δημιουργήθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του ‘90. Μέχρι τότε, ένα πανεπιστημιακό πτυχίο χάριζε μία κάποια αίγλη, αλλά όχι και «μόρια» πρόσληψης. Κατά κάποιο τρόπο η ελληνική δημοσιογραφία δίνει σάρκα σε μία ακραία εκδοχή του αμερικανικού ονείρου: μπορείς να χτίσεις λαμπρή καριέρα σε ένα επάγγελμα γραμμάτων και λόγου, ρίχνοντας στα θεμέλια ένα απλό απολυτήριο Λυκείου ή, παλαιότερα, εξατάξιου Γυμνασίου.
Όταν, λοιπόν, ακούστηκε για πρώτη φορά στον αέρα της πόλης το «αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι», η δημοσιογραφία δεν ήταν εκεί, έτρεχε να βγάλει καινούργια ταυτότητα. Και αντί να αξιοποιήσει στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τις ευκαιρίες της νέας εποχής, διόγκωσε την παθογένεια και τις στρεβλώσεις της. Ωστόσο, η ευθύνη για την εικόνα και την κατάσταση του κλάδου σήμερα δεν ανήκει αποκλειστικά και μόνο στους δημοσιογράφους.
Σε καμία χώρα του κόσμου (μα σε καμία) δεν υπάρχει πληθωρισμός μέσων ενημέρωσης αντίστοιχος με αυτόν στην Ελλάδα. Υπάρχουν δεκάδες εφημερίδες εθνικής κυκλοφορίας, τηλεοπτικά δίκτυα περισσότερα από αυτά που μπορεί να αντέξει η αγορά και ραδιόφωνα όσα μπορεί να χωρέσει η μπάντα των FM. Μία πρώτη ανάγνωση των αριθμών θα μας έλεγε ότι αυτό είναι καλό, υπάρχει πολυφωνία, ενισχύεται η δημοκρατία και ατονεί η ανεργία στον κλάδο. Δεν είναι έτσι. Διότι όσο πιο πολλά μέσα ενημέρωσης υπάρχουν τόσο η επιβίωσή τους θα βρίσκεται σε συνάρτηση με τις σχέσεις των ιδιοκτητών τους με το σύστημα εξουσίας. Η έννοια της πολυφωνίας αρχίζει να γίνεται κάπως αφηρημένη, έτσι δεν είναι;
Ο μεγάλος αριθμός μέσων ενημέρωσης και η ανάγκη για επιβίωσή τους -με κάθε τρόπο- εντείνει τις συνθήκες του ανταγωνισμού στην αγορά. Εκ των πραγμάτων οι εργοδότες συμπιέζουν τους μισθούς ή επιβάλλουν συνθήκες μαύρης εργασίας.
Διαχρονικά η συνδικαλιστική εκπροσώπηση των δημοσιογράφων αποφεύγει τις συγκρούσεις με τους εργοδότες, προτάσσοντας προς τα μέλη των Ενώσεων τη διατήρηση προνομίων ασφαλιστικού χαρακτήρα, τα οποία, όμως, ακολουθούν φθίνουσα πορεία.
Αντίστοιχη πορεία ακολουθεί και το κύρος του κλάδου, η εικόνα που διατηρεί η κοινωνία για τους δημοσιογράφους αποκτά όλο και πιο σκούρα χρώματα κυρίως λόγω της σύμπλευσης ορισμένων εκ των σταρ του επαγγέλματος με πολιτικά και επιχειρηματικά συμφέροντα.
Η ελληνική δημοσιογραφία τροφοδοτείται από θέσεις εργασίας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Πέρα από τα δημόσια ηλεκτρονικά μέσα, υπουργεία, φορείς και οργανισμοί απασχολούν ένα μεγάλο αριθμό δημοσιογράφων. Αυτό μπορεί να θρέφει κάπως τα ποσοστά απασχόλησης του κλάδου, αλλά πλήττει το κύρος του και ενισχύει αυτήν την παρά φύσει σχέση του με τους μηχανισμούς εξουσίας.
Η ελληνική δημοσιογραφία αρνείται πεισματικά να ακολουθήσει με σύστημα και συνέπεια τις σύγχρονες εξελίξεις στον κλάδο. Είναι, άλλωστε, ενδεικτικό το επίπεδο των περισσοτέρων από τις νέες προσπάθειες που έχουν εμφανιστεί στο διαδίκτυο. Και είναι επίσης ενδεικτικό ότι το πλέον επιτυχημένο site συντάσσεται από ανθρώπους που δεν γνωρίζουν καλή ορθογραφία και συντακτικό, στοιχεία τα οποία προτάσσουν και ως προσόντα τους!
Υπάρχουν πλέον εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες, επαγγελματίες δημοσιογράφοι που παραμένουν ανασφάλιστοι, η εργασία τους δεν αναγνωρίζεται από τους ίδιους τους συναδέλφους τους. Είναι οι άνθρωποι που εργάζονται στα νέα μέσα, κυρίως στο Ιnternet, που δεν αναγνωρίζονται επισήμως ως δημοσιογράφοι, δεν έχουν συνδικαλιστική και ασφαλιστική κάλυψη, δεν έχουν καν δημοσιογραφική ταυτότητα. Η Ελλάδα παραμένει μία από τις ελάχιστες χώρες του δυτικού κόσμου στην οποία δεν είναι δυνατό να καταγραφεί αξιόπιστα ο ακριβής αριθμός των ανθρώπων που βιοπορίζονται από τη δημοσιογραφία. Μπορεί τα μέλη των Ενώσεων Συντακτών να είναι περίπου 10.000 (με τους συνταξιούχους), αλλά κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει πόσοι άνθρωποι εργάζονται σε περιφερειακά ηλεκτρονικά μέσα και σε δικτυακές ενημερωτικές υπηρεσίες. Και όμως, είναι δημοσιογράφοι. Διαμορφώνουν ένα τοπίο. Και σπέρνουν το δρόμο με αγκάθια για όσους αποφασίσουν να τον ακολουθήσουν.
Αξίζει τον κόπο να παρακολουθήσουμε ένα παράδειγμα, τα βήματα ενός νέου που αποφασίζει να ζήσει την περιπέτεια του επαγγέλματος. Ας υποθέσουμε ότι έχει κάνει πανεπιστημιακές σπουδές και έχει ολοκληρώσει την πρακτική του δουλεύοντας λίγους μήνες, πιθανότατα χωρίς αμοιβή, σε ένα μεγάλο μέσο ενημέρωσης. Η λογική και η στατιστική μάς λένε ότι οι περισσότεροι νέοι επιλέγουν ως κατεύθυνση την τηλεόραση. Σωστό. Πρόκειται για τη γενιά που γνώρισε τη δημοσιογραφία μέσα από τους τηλεοπτικούς σταρ, που μαθαίνει ότι τα χρήματα και η πολυπόθητη αναγνωρισιμότητα βρίσκονται στην τηλεόραση και που, τέλος πάντων, δεν διατηρεί την καλύτερη δυνατή σχέση με το γραπτό λόγο. Τα πρώτα χρόνια είναι δύσκολα σε όλα τα επαγγέλματα. Στη δημοσιογραφία είναι ακόμα πιο δύσκολα. Και ο νέος δημοσιογράφος δεν καλείται πλέον να ανταγωνιστεί τους συναδέλφους του ως προς την επαγγελματική επάρκεια, αλλά ως προς τη δυνατότητά του να επιβιώνει με τα λιγότερα. Οι τηλεοπτικοί σταθμοί τού επιφυλάσσουν εξαντλητικά ωράρια εργασίας, ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες. Οι εφημερίδες και τα ραδιόφωνα του προσφέρουν το πιο βαρετό κομμάτι της δουλειάς. Τα περισσότερα περιοδικά τού ξεκαθαρίζουν εξαρχής ότι δεν μπορεί να επενδύσει εκεί για μία μόνιμη δουλειά. Και φυσικά άπαντες σπεύδουν να του διευκρινίσουν ότι τα λεφτά είναι λίγα και μάλλον αδύνατο να τα εισπράξει ως μισθωτός. Σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που έχουν συμπληρώσει δεκαετία στοεπάγγελμα, αλλά είναι ασφαλισμένοι στο ΤΕΒΕ ως ελεύθεροι επαγγελματίες. Να και η άλλη μεγάλη ιδιαιτερότητα της ελληνικής δημοσιογραφίας: είναι ένα επάγγελμα που προσφέρει θέσεις εργασίας, αλλά δεν προσφέρει χρήματα και ασφάλιση. Κάτι σαν κούριερ, σαν delivery boy.
Όπου και αν βρει δουλειά ο νέος της φανταστικής ιστορίας μας θα περάσει μερικά δύσκολα χρόνια μέχρι να καταφέρει (αν τα καταφέρει) να ενταχθεί στο εύθραυστο περιβάλλον ενός αξιοπρεπούς μισθολογίου. Η κοινωνία πιστεύει ότι οι δημοσιογράφοι κερδίζουν πολλά χρήματα. Η αλήθεια είναι ότι μπορούν να κερδίσουν πολλά χρήματα είτε ως σταρ είτε διατηρώντας πολλαπλές θέσεις εργασίας. Υπάρχουν πολλοί τέτοιοι. Αλλά οι περισσότεροι δεν είναι έτσι: βάσει συλλογικής σύμβασης ένας δημοσιογράφος που έχει ασφαλιστικές εισφορές επί είκοσι χρόνια δεν κερδίζει περισσότερα από 1.500 ως 2.000 ευρώ το μήνα. Όμως ο δημοσιογράφος της ιστορίας μας δεν είναι σταρ, δεν διατηρεί επαφές με την πολιτική εξουσία, ούτε του προσφέρεται ένα Γραφείο Τύπου στον ιδιωτικό τομέα. Θα προσπαθήσει, λοιπόν, να διατηρήσει το μισθό και την αξιοπρέπειά του σε μία αγορά που συρρικνώνεται οικονομικά, απαξιώνεται κοινωνικά και διατηρεί πάντα καλές σχέσεις με την επαγγελματική ανθρωποφαγία. Επίσης όντας απαίδευτος τεχνολογικά κινδυνεύει να ξεπεραστεί από τις εξελίξεις ή να μην καταφέρει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις τους. Κατά πάσα πιθανότητα ο φανταστικός νέος μας δεν θα προλάβει να βαδίσει επάνω σε παχιά γηρατειά, θα πεθάνει νωρίτερα από το προσδόκιμο ζωής. Οι παλαιότεροι έλεγαν ότι στην κηδεία του καλού δημοσιογράφου δεν έχει κόσμο -τους έχει δυσαρεστήσει όλους. Το βέβαιο είναι ότι θα υπάρχουν όλο και λιγότερες χήρες ή χήροι που θα κλάψουν το μακαρίτη. Ο κλάδος είναι και πρώτος στα διαζύγια.

http://www.e-tipos.com/content/Issues/2009/05/30/ETN_20090530%2025.pdf

Δεν υπάρχουν σχόλια: