Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2009

Πολιτικός λόγος: λέει στον καθένα ό,τι θέλει να ακούσει


Η γλώσσα της εξουσίας…
Κατηγορούμε συχνά τους πολιτικούς ότι χρησιμοποιούν γλώσσα «ξύλινη», μια έννοια μάλλον ασαφή, που σημαίνει συνήθως γλώσσα άκαμπτη, δυσνόητη και απομακρυσμένη από την πραγματικότητα.
Γιατί μιλούν έτσι οι πολιτικοί; Είναι «ξύλινη» η γλώσσα τους ή απλώς περιέχει πολλαπλά μηνύματα, προορισμένα να χαϊδέψουν τα πιο ετερόκλητα αφτιά; Γιατί εμφανίζονται γεμάτοι βεβαιότητες, τη στιγμή που για τίποτε δεν είναι βέβαιοι; Γιατί κάνουν χειρονομίες που φαίνονται περιττές; Γιατί επαναλαμβάνουν ορισμένες λέξεις και φράσεις; Η συνταγή της «ξύλινης» γλώσσας είναι πιο περίπλοκη από όσο φαίνεται. Και, από ότι φαίνεται, περισσότερο αποδοτική από όσο φαντάζεστε!
Αν και σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό η κατηγορία περί ξύλινης» γλώσσας ενδέχεται να ευσταθεί, ο πολιτικός λόγος, και μάλιστα σε προεκλογικές περιόδους, χρησιμοποιεί άλλους, πιο ενδιαφέροντες μηχανισμούς για να πετύχει το στόχο του. Με τη βοήθεια της Μάρως Κακριδή-Φερράρι, επίκουρης καθηγήτριας Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, αναζητήσαμε μερικούς από τους μηχανισμούς του πολιτικού λόγου σε προεκλογικές ομιλίες του Κ. Καραμανλή και του Γ. Παπανδρέου, λίγες ημέρες μετά την προκήρυξη των εκλογών.
Δεν είναι, βέβαια, μόνον ο πολιτικός λόγος που οργανώνεται με συγκεκριμένο τρόπο, προκειμένου να πετύχει έναν συγκεκριμένο σκοπό. Όλοι οι ομιλητές, κάθε φορά, κάνουν συγκεκριμένες επιλογές λεξιλογίου και γραμματικής. Αυτές οι επιλογές υποβάλλουν μια συγκεκριμένη οπτική της πραγματικότητας και αποκλείουν άλλες, οι οποίες θα προέκυπταν αν οι επιλογές των ομιλητών ήταν διαφορετικές. Άλλο είναι να πεις: «Απωθήθηκαν ταραχοποιά στοιχεία» και άλλο «Η αστυνομία χτύπησε διαδηλωτές». Οι δύο φράσεις νοηματοδοτούν τελείως διαφορετικά το ίδιο περιστατικό.
«Όταν επαναλαμβάνονται συγκεκριμένες επιλογές λεξιλογίου και γραμματικής, τότε όχι απλώς υποβάλλουν, αλλά ουσιαστικά επιβάλλουν εμμέσως την οπτική τού ομιλητή» λέει η Μάρω Κακριδή-Φερράρι. «Αυτή είναι η περίπτωση του πολιτικού λόγου, ενός κειμενικού είδους που αποκτά την οργάνωση και τις συμβάσεις του από την κοινωνική πρακτική της πολιτικής δραστηριότητας στις διάφορες εκφάνσεις της (συνέντευξη, κοινοβουλευτική ομιλία, προεκλογική ομιλία κ.ά.) και από τα υποκείμενα που εμπλέκονται σ' αυτήν: τους πολιτικούς και το ακροατήριό τους, ως πιθανούς ψηφοφόρους».
Στην προσπάθειά του να κερδίσει την ψήφο μας, ο πολιτικός δεν χρησιμοποιεί μόνο το λόγο. Ο λόγος συμβάλλει σε άλλες σημειωτικές πρακτικές, από το ντύσιμο ως τις χειρονομίες που χρησιμοποιεί ο πολιτικός, στο πλαίσιο πάντα της δεδομένης πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Ο κόμπος της γραβάτας που έλυσε ο Κ. Καραμανλής στο τέλος της ομιλίας του προς τα μέλη της ΟΝΝΕΔ, στο Αιγάλεω, είναι ένα παράδειγμα.
Άλλο παράδειγμα είναι ο τρόπος που συνηθίζει να χτυπά τα χέρια του στο βάθρο ή ο τρόπος που κινείται στην εξέδρα, πηγαινοερχόμενος από τη μία άκρη στην άλλη, με το χέρι σηκωμένο να δείχνει κάπου μέσα στο ακροατήριο τη στιγμή που ένα χαμόγελο συνενοχής σχηματίζεται στο πρόσωπό του, μια κινησιολογία η οποία έχει αντιγραφεί από τις προεκλογικές εμφανίσεις της Χίλαρι Κλίντον. Αν κρίνουμε από τις διαφορές στο σωματότυπο των δύο πολιτικών, η επιλογή της συγκεκριμένης κινησιολογίας είναι μάλλον ατυχής για τον πρωθυπουργό, στοχεύει όμως στη δημιουργία συνοχής με το ακροατήριο.
Αν και η παράθεση επιχειρημάτων δίνει την εντύπωση ότι ο πολιτικός λόγος απευθύνεται στη λογική μας, στην πραγματικότητα απευθύνεται στο θυμικό μας με διπλό στόχο: από τη μια, να επιφέρει την ταύτιση του ακροατηρίου με τον ομιλητή• από την άλλη, να εμποδίσει την ορθολογική ανάλυση του λόγου, η οποία θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη μοναδική αλήθεια που ο πολιτικός λόγος διατείνεται ότι πρεσβεύει.
Για να επιτευχθεί η συναισθηματική φόρτιση του ακροατηρίου, επιστρατεύεται μια ολόκληρη σειρά λεξικών και γραμματικών επιλογών. Δεν είναι όλες τους ιδιαίτερα επιτυχημένες, πρέπει να ομολογήσουμε - έχουν, όμως, το σκοπό τους. Μεταφορές: «η καρδιά της Ελλάδας», «νοικοκύρεμα του τόπου», «η πρώτη γραμμή της μάχης», «ο ήλιος θα φωτίσει όλη την Ελλάδα», εικόνες οικείες, συναισθηματικά φορτισμένες, που μεταφέρουν, πέρα απ' αυτό που δηλώνουν, μιαν αύρα που απευθύνεται στο θυμικό. Παραλληλισμοί, δηλαδή η επανάληψη της δομής μιας φράσης με διαφοροποίηση ενός από τα δύο μέρη της: «Το ΠΑΣΟΚ αντιτάχθηκε -και αντιτάσσεται- σε όλες τις διαρθρωτικές αλλαγές. Αντιτάχθηκε -και αντιτάσσεται- στις πολιτικές για την εξυγίανση της Οικονομίας», ένα ρητορικό σχήμα με μεγάλη αποτελεσματικότητα, αν κρίνουμε από τη συχνότητα επανάληψής του. Ρυθμός: «Μαζί, σε κάθε μπόρα, για να φέρουμε τον ήλιο ξανά στη χώρα», μια προσπάθεια του Γ. Παπανδρέου να παρασύρει σε έξαρση το ακροατήριό του και μαζί μια υπόσχεση (θα τολμήσουμε να πούμε) ότι στη νέα κυβέρνηση δεν θα βρεθεί υπουργός να χαρακτηρίσει τους ποιητές λαπάδες. Παρηχήσεις: «...ποια ποιότητα θα έχει η παιδεία μας, η παιδεία των παιδιών μας», όπου με την παρήχηση του πι ο Γ. Παπανδρέου απλώνει αδιόρατα νήματα σαγήνης προς το ακροατήριό του και, γιατί όχι, κατακτά επιτέλους τα λυρικά εκφραστικά του μέσα.
Είναι φανερή η προσπάθεια και των δύο ομιλητών να δείξουν στο ακροατήριο ότι αποτελούν ένα μ' αυτό, σάρκα από τη σάρκα του - αποκρύπτοντας, βέβαια, την τεράστια απόσταση που τους χωρίζει λόγω της κοινωνικής τους θέσης ή έστω λόγω της διαφοράς τους στην κατοχή εξουσίας.
Την προσπάθεια αυτήν εξυπηρετούν οι τύποι της καθομιλουμένης που χρησιμοποιούν. Γ. Παπανδρέου: «να σηκώσουμε τα μανίκια», «κορβανάς», «λαμογιά», «μαγκιά», «κονέ». Κ. Καραμανλής: «κατεβατό», «χαλασμένη κασέτα», «νοικοκύρεμα».
Μάλιστα, ο Γ. Παπανδρέου κοιτάζει «απόψε, σήμερα, στα μάτια» τους ακροατές του στην Αλεξανδρούπολη, παρά την απόσταση που μεσολαβεί (όχι μόνο την κοινωνική, αλλά και τη γεωγραφική) και, σε μιαν αποστροφή του για την Ελλάδα που είναι «φάρος πολιτισμού», θα θυμηθεί και θα θυμίσει: «στο φάρο της Αλεξανδρούπολης, όπου κι εγώ φαντάρος έκανα τις βόλτες μου», αποφεύγοντας να πει ότι αυτός, όμως, στις άδειές του είχε το ελεύθερο να πηγαίνει στο Καστρί. Το ίδιο και ο Κ. Καραμανλής από τη Θεσσαλονίκη θα θυμίσει στους Μακεδόνες: «παρακολουθήσατε από κοντά όλα τα βήματα της πολιτικής μου πορείας» - αν και μπορούμε να υποθέσουμε με ασφάλεια ότι η παρακολούθηση δεν πρέπει να ήταν δα και τόσο στενή, αφού τους χώριζαν τουλάχιστον οι τοίχοι του πολιτικού του γραφείου, μέσα στους οποίους έγιναν και κρίθηκαν πολλά από τα βήματα της πολιτικής του πορείας.
Ένα άλλο παράδειγμα έντεχνης αποσιώπησης εναλλακτικών οπτικών της πραγματικότητας είναι το απόσπασμα της ομιλίας του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ που αναφέρεται στη δημόσια ασφάλεια: «Σχεδιάζουμε ρυθμίσεις απέναντι σε εκδηλώσεις που παραλύουν τα κέντρα των πόλεων».
Ποιες είναι, όμως, αυτές οι εκδηλώσεις που παραλύουν τα κέντρα των πόλεων; Είναι ο στολισμός του χριστουγεννιάτικου δέντρου στο Σύνταγμα ή οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας - προϊόν του αδιεξόδου της Παιδείας και της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής της κυβέρνησης; Ο πρωθυπουργός δεν το διευκρινίζει, και θα έχει τους λόγους του.
Ο βασικός λόγος που ο Κ. Καραμανλής, όπως και ο Γ. Παπανδρέου, αποφεύγει να διευκρινίσει ασαφείς όρους είναι ότι, προκειμένου να προσελκύσει όσο το δυνατόν περισσότερους ψηφοφόρους, απευθύνεται σε όσο το δυνατόν ευρύτερο ακροατήριο και επιχειρεί να εξασφαλίσει τη συναίνεση όλων. Για να τα καταφέρει, χρειάζεται να αμβλύνει τις αντιθέσεις και να αποσιωπήσει τις εναλλακτικές οπτικές, ώστε η επιθυμητή για τον ομιλητή οπτική να παρουσιαστεί ως η μόνη δυνατή, άρα αυτονόητη και φυσική.
Από την άλλη πλευρά, ο ομιλητής πρέπει να συσπειρώσει τον πυρήνα των δικών του οπαδών και να παρουσιάσει έναν ισχυρό τόνο διαφοροποίησης από τον αντίπαλο, ώστε ο ίδιος να έχει λόγο ύπαρξης ως εναλλακτική πρόταση.
Τη στιγμή, λοιπόν, που ο πολιτικός λόγος αποσιωπά τις κοινωνικές αντιθέσεις, δημιουργεί και τονίζει άλλες αντιθέσεις, γενικές και ασαφείς, οι οποίες συνήθως αναφέρονται σε προσωπικά χαρακτηριστικά των πολιτικών αντιπάλων ή σε νεφελώδη στοιχεία της πολιτικής τους ιδεολογίας και πρακτικής.
«Για την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, η κρίση είναι ευκαιρία δημαγωγίας. Για μας είναι εθνική υπόθεση» είπε ο Κ. Καραμανλής στη ΔΕΘ.
«Απέναντι σε μια εξουσία σήμερα εξαρτημένη από μικρά και μεγάλα συμφέροντα, δεσμεύομαι για μια ηγεσία που δεν χρωστάει σε κανέναν. Μόνο στον ίδιο το λαό» είπε ο Γ. Παπανδρέου.

...και η εξουσία της γλώσσας
Μας λένε κάποιοι, που δίνουν την εντύπωση ότι βρίσκονται σε κατάσταση μόνιμης ανησυχίας για την επιβίωση του ελληνικού έθνους, ότι η ελληνική γλώσσα κινδυνεύει να χαθεί.
Και σπεύδουν να μας δώσουν παραδείγματα λαθών που ψάρεψαν στο δημόσιο λόγο, οικτίροντας τους αμαθείς που λένε «ανταπεξέρχομαι» αντί για το σωστό «αντεπεξέρχομαι», «απανέκαθεν» αντί «ανέκαθεν», «όλους όσους» αντί «όλους όσοι».
Η γλωσσολογία τούς διαψεύδει. Η γλώσσα μας όχι μόνο δεν φαίνεται να χάνεται, αλλά συνεχίζει ακμαία την πορεία της στο χρόνο. Όπως κάθε γλώσσα, έτσι και η ελληνική εμπλουτίζεται, προσαρμόζεται και εξελίσσεται. Μας λέει, επίσης, η γλωσσολογία ότι το σωστό και το λάθος στη γλώσσα δεν είναι απόλυτες έννοιες και ότι η υπόδειξη του σωστού δεν είναι πάντα όσο αθώα φαίνεται. Συχνά η υπόδειξη του σωστού και ο στιγματισμός του λάθους λειτουργούν εξουσιαστικά, προάγοντας κοινωνικές ανισότητες.
«Η "σωστή" χρήση της γλώσσας» γράφει στο βιβλίο της «Γλώσσα και ιδεολογία» η Άννα Φραγκουδάκη, καθηγήτρια Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Αθηνών, «αποτελεί, κατά την κοινωνιογλωσσολογία, τυπικό σύστημα, προϊόν καθαρά κοινωνικής επεξεργασίας, που ορίζει ποιες επιλογές πρέπει να κάνει ο ομιλητής για να προσαρμόζεται στο αισθητικό ή κοινωνικό και μορφωτικό γλωσσικό ιδεώδες των κοινωνικών ομάδων που διαθέτουν κύρος και εξουσία».
Αυτό συμβαίνει διότι η γλώσσα δεν είναι ουδέτερη και αθώα. Κάθε γλωσσική ανταλλαγή, λέει ο ανθρωπολόγος Πιέρ Μπουρντιέ στο βιβλίο του «Γλώσσα και συμβολική εξουσία», εκτός από σχέση επικοινωνίας, «είναι επίσης μια οικονομική ανταλλαγή [...], η οποία είναι ικανή να προσπορίσει ένα ορισμένο κέρδος, υλικό ή συμβολικό». Ως χρήστες της γλώσσας, διαθέτουμε κατά τον Μπουρντιέ ένα γλωσσικό κεφάλαιο, μια ικανότητα να ελισσόμαστε μέσα στη γλώσσα. Όσο μεγαλύτερο είναι το γλωσσικό μας κεφάλαιο τόσο περισσότερο διακρινόμαστε από τους άλλους και άλλο τόσο περισσότερο καταφέρνουμε να ελιχθούμε στον κοινωνικό καταμερισμό.
«Δεν υπάρχουν για τη γλωσσολογία τυχαία ή ανόητα λάθη» λέει η Μάρω Κακριδή-Φερράρι. «Τα λάθη γίνονται σε σημεία του συστήματος που είτε είναι αδιαφανή είτε αποτελούν εξαιρέσεις στους γλωσσικούς κανόνες. Όταν κάποιος λέει: "Τα αποτελέσματα επεξεργάστηκαν από ειδικούς", το λέει επειδή παρασύρεται από την ενεργητική διάθεση του ρήματος επεξεργάζομαι, που όμως είναι αποθετικό και δεν έχει ενεργητική φωνή. Πιθανότατα αυτό το λάθος κάποια στιγμή να ενταχθεί στην πρότυπη γλώσσα και να μη θυμόμαστε ότι κάποτε ήταν λάθος. Όπως δεν θυμόμαστε σήμερα ότι κάποτε το "δείχνω" ήταν λάθος και το σωστό ήταν το "δεικνύω", και ότι ακόμη παλιότερα το σωστό ήταν το "δείκνυμι"».
Άλλο λάθος, για το οποίο έχει γίνει μεγάλος θόρυβος, είναι το «απανέκαθεν». Εξηγεί ο μεταφραστής Γιάννης Η. Χάρης, που αρθρογραφεί χρόνια για τη γλώσσα: «Το αρχαϊκό επίθημα "-θεν" δεν είναι διαφανές. Δεν μπορεί να το αναγνωρίσει κάποιος, να καταλάβει μόνος του ότι σημαίνει "από", παρά μόνο αν το έχει διδαχτεί ειδικά. Όταν θέλει, λοιπόν, να χρησιμοποιήσει το "ανέκαθεν" ως επίρρημα, βάζει μπροστά την πρόθεση "από", την οποία δεν αναγνωρίζει στο "-θεν" - όπως λέει "από μακριά", "από κοντά" ή "από παλιά", που έχει, μάλιστα, παραπλήσια σημασία με το ανέκαθεν».
Για όσους διαμαρτυρηθούν, ο Γιάννης Η. Χάρης επισημαίνει ότι αυτό το λάθος βρίσκεται μεταξύ άλλων στον Όμηρο («απ' ουρανόθεν», καθώς και «εξ ουρανόθεν»), στους Ευαγγελιστές («από μακρόθεν») και στον Ελύτη, έστω κι αν ο ποιητής το χρησιμοποίησε για λόγους προσωδίας («πάλι βγήκα εκεί / που το κολύμπι μ' έβγαζε απ' ανέκαθεν» («Τα ελεγεία της οξώπετρας»). Μάλιστα, ο Εμμανουήλ Κριαράς το έβαλε στο λεξικό του ως λαϊκό τύπο.
Πρέπει, λοιπόν, να σταματήσουμε να διορθώνουμε; «Αν δεν διορθώσουμε κάποιον», λέει η Μάρω Κακριδή-Φερράρι, «τον αφήνουμε εκτεθειμένο στην κριτική και στο στιγματισμό, μια που το σχολείο και η κοινωνία έχουν συγκεκριμένη αντίληψη για το "λάθος". Η διόρθωση είναι μια κοινωνική πράξη, όχι γλωσσολογική. Στοχεύει στο να μάθει κάποιος, για δικό του κέρδος, αυτό που είναι γενικότερα αποδεκτό σε μια συγκεκριμένη στιγμή».
«Διορθώνουμε και περιμένουμε να δούμε, γιατί απλούστατα δεν ξέρουμε τι, αν και πότε θα επικρατήσει» λέει ο Γιάννης Η. Χάρης. «Το θέμα είναι η ιδεολογία που διέπει τη διόρθωση, αν η διόρθωση έχει αυστηρά ρυθμιστικό χαρακτήρα, που αποκλείει δηλαδή, που απορρίπτει προγραμματικά την εξέλιξη της γλώσσας. Γενικότερα, ο ίδιος ο λόγος για τη γλώσσα μπορεί να θεωρηθεί εξουσιαστικός• ακόμη και η κουβέντα που κάνουμε εδώ».
Με εξουσιαστικό τρόπο λειτουργεί ως προς το ύφος η χρήση λόγιας και, κυρίως, αρχαϊζούσης γλώσσας, διότι εμφανίζει τον ομιλητή ως κάτοχο μιας ανώτερης, υποτίθεται, μορφής γλώσσας. Λέμε πολύ συχνά πια «λαμβάνω» αντί για «παίρνω» και όλο και συχνότερα «ουδείς» αντί για «κανένας». Στην τηλεόραση, στις πλημμύρες τα νερά δεν ξεχειλίζουν, αλλά «τα ύδατα υπερχειλίζουν»• ο ασθενής δεν μεταφέρεται στο νοσοκομείο, αλλά «διακομίζεται» και η νύφη δεν μπαίνει στην εκκλησία, αλλά «εισέρχεται του ναού» (που είναι και γραμματικό λάθος, διότι το εισέρχομαι δεν συντάσσεται με γενική, όπως το εξέρχομαι• λάθη τέτοιου είδους αφθονούν σ' αυτές τις περιπτώσεις βεβιασμένης χρήσης αρχαϊζούσης γλώσσας, ακριβώς διότι εκεί παραβιάζεται το γλωσσικό αίσθημα).
«Ο μορφωμένος ομιλητής της επίσημης παραλλαγής» γράφει η Άννα Φραγκουδάκη (αναφερόμενη στη μελέτη του Μιχαήλ Σετάτου για την παρεμβολή στοιχείων της καθαρεύουσας στην καθημερινή ομιλία) «που χρησιμοποιεί καθαρευουσιανισμούς, όπως "εκ προοιμίου", "δεδομένου του θέματος", "εις άγραν", "ουδενός εξαιρουμένου", "τας παρούσας συνθήκας", στοχεύει αλλά και πετυχαίνει την κοινωνική διάκριση, τη μετάδοση του έμμεσου μηνύματος της κοινωνικής του ανωτερότητας που αποδεικνύουν η γνώση και χρήση των καθαρευουσιανισμών». Αντίθετα, προσθέτει, ο λαϊκός ομιλητής χρησιμοποιεί την καθαρεύουσα με διάθεση ειρωνείας, όταν λέει «η συμβία μου» και «στας διαταγάς σας».
Ο Γιάννης Η. Χάρης αποδίδει την τάση προς ένα ύφος λόγιο και αρχαϊκό στην ανασφάλεια που νιώθουμε για τη γλώσσα. «Γιατί πριν από 15 χρόνια καταργήσαμε το "Σαπφώς" και κρατήσαμε αποκλειστικά το "Σαπφούς"; Και, μάλιστα, επιβάλαμε την αρχαϊκή κατάληξη ακόμα και σε λαϊκά ονόματα: της Γωγούς, της Ζωζούς; Διότι κάποιος μας το υπέδειξε και επειδή νιώθουμε ανασφάλεια για τη γλώσσα μας, λόγω της συστηματικής απαξίωσής της. Καταφεύγουμε, λοιπόν, στον λόγιο τύπο όπου νιώθουμε ασφαλείς, γιατί αυτόν, ακόμα και λανθασμένο, δεν τον διορθώνει κανείς. Βέβαια, ακόμα και αυτά όλα ενδέχεται να επικρατήσουν, ακόμα κι όταν πρόκειται για αναντίλεκτα λάθη. Δεν θα πάθει τίποτα η γλώσσα. Έχει, όμως, σημασία να αναδεικνύεται ο κοινωνικός λόγος μιας τέτοιας αλλαγής».
Από τον αυστηρό έλεγχο για λάθη δεν έχουν ξεφύγει και κάποιοι πολιτικοί. Ο τρόπος ομιλίας του Κ. Σημίτη και του Γ. Παπανδρέου έχει γίνει αφορμή για ανέκδοτα, με τη βοήθεια σατιρικών τηλεοπτικών εκπομπών. «Είναι η εύκολη λύση» λέει ο Γιάννης Η. Χάρης. «Όπου δεν μας παίρνει να ασχοληθούμε σοβαρά με το λόγο κάποιου πολιτικού, κάνουμε κριτική της γλώσσας του σε επίπεδο γλωσσικών λαθών. Και, μάλιστα, κρίνουμε όχι τη γλώσσα του, αλλά την άρθρωσή του και τα σαρδάμ που κάνει, κάτι που είναι ουσιαστικά ρατσιστικό. Το δύσκολο είναι να κάνεις υφολογική ανάλυση και να δείξεις αν και γιατί ο λόγος ενός πολιτικού είναι, για παράδειγμα, τεχνοκρατικός ή παραπλανητικός. Η πολιτική εξουσία ασκείται και μέσω της γλώσσας και η ανάλυση του λόγου των πολιτικών θα είχε να μας αποκαλύψει πολλά. Έτσι, όμως, που γίνεται η κριτική, το μόνο που αποκαλύπτει είναι οι εξουσιαστικές τάσεις του κριτή».

Να διαβάσουμε πίσω από τις λέξεις;
Ο πολιτικός λόγος επιχειρεί να δημιουργήσει συνοχή του ομιλητή με το ακροατήριο και να το φορτίσει συναισθηματικά.
Επί πλέον, όμως, εκφέρει επιχειρήματα που, ακόμη κι αν δεν αντέχουν σε σοβαρό έλεγχο, σκοπό έχουν να μας πείσουν ότι η οπτική του ομιλητή είναι όχι η επικρατέστερη, αλλά η μόνη δυνατή.
Το στόχο αυτόν εξυπηρετεί σε μεγάλο βαθμό η επιλογή των κατάλληλων λέξεων και τύπων. Αποφεύγονται τύποι που δείχνουν υποκειμενική στάση και μετριάζουν τη δύναμη του λόγου, όπως: «νομίζω ότι», «θεωρώ ότι», «ίσως», «θα λέγαμε». Προτιμάται, αντιθέτως, η οριστική έγκλιση και εκφράσεις όπως: «η αλήθεια είναι», «αυτονόητο είναι», «είναι απόλυτα φανερό». Χρησιμοποιούνται, επίσης, ρητορικές ερωτήσεις που επιδέχονται μόνο μιαν απάντηση, υποτίθεται προφανή και αδιαμφισβήτητη, αυτήν που εξυπηρετεί την επιχειρηματολογία του ομιλητή.
Η προσπάθεια να αποφευχθεί η κριτική ανάλυση του πολιτικού λόγου εξυπηρετείται επίσης με τη χρήση γενικών και ασαφών λέξεων, που χρησιμοποιούνται χωρίς να οριστούν, σαν η σημασία τους να ήταν αυτονόητη: «έθνος», «εθνικό συμφέρον», «τόπος», «τομή», «μεταρρύθμιση». Τι είναι το εθνικό συμφέρον που ο πρωθυπουργός ζητά από τους πολίτες να προτάξουν; Έχουν όλοι οι πολίτες τα ίδια συμφέροντα; Είναι όλες οι μεταρρυθμίσεις προς το συμφέρον όλων; «Αν επιχειρούσε κάποιος να ορίσει τις έννοιες που χρησιμοποιούνται ως αυτονόητοι κοινοί τόποι, μπορεί να γινόταν φανερό ότι αυτές δεν γίνονται αντιληπτές με τον ίδιο τρόπο από όλους» λέει η Μάρω Κακριδή-Φερράρι.

Διαβάστε
1. Άννα Φραγκουδάκη, «Γλώσσα και ιδεολογία», εκδ. Οδυσσέας, 1987
Η καθηγήτρια Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Αθηνών προσεγγίζει την ελληνική γλώσσα από τη σκοπιά της κοινωνιογλωσσολογίας, αναλύοντας μεταξύ άλλων τις σχέσεις της γλώσσας με την κοινωνική και την πολιτική εξουσία.
2. Γιάννης Η. Χάρης, «Η γλώσσα, τα λάθη και τα πάθη», τόμοι Α-Β , εκδ. Πόλις
Κείμενα του Γιάννη Χάρη για την κινητικότητα της γλώσσας, για ορθογραφικά και συντακτικά ζητήματα, για τον γλωσσικό δανεισμό, για όλα δηλαδή όσα διαμορφώνουν και επηρεάζουν τη γλώσσα μας σήμερα.
3. Pierre Bourdieu, «Γλώσσα και συμβολική εξουσία», εκδ. Καρδαμίτσα
Ο διάσημος για τον ανατρεπτικό πολιτικό του λόγο και τις πολιτικές παρεμβάσεις του γάλλος ανθρωπολόγος αναλύει τη σχέση της εξουσίας με τη γλώσσα, την οποία αντιμετωπίζει ως πολιτιστικό κεφάλαιο που μπορεί να αποφέρει κύρος και εξουσία στους ομιλητές.
4. Μισέλ Φουκό, «Η τάξη του λόγου», εκδ. Ηριδανός, 1977
Ο γάλλος κοινωνιολόγος στο εναρκτήριο μάθημά του στο College de France μελετά το πώς ο λόγος δεν είναι μια απλή αναπαράσταση της επιθυμίας ή της εξουσίας, «αλλά αυτό για το οποίο και μέσω του οποίου αγωνίζεται κανείς, η εξουσία που ζητά να ιδιοποιηθεί».

http://www.enet.gr/?i=news.el.ellada&id=83789

Δεν υπάρχουν σχόλια: