Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

Δεν είμαστε μοναδικοί, αλλά έχουμε κάνει μοναδικές πράξεις


Για το δημοσιογράφο δεν υπάρχει μεγαλύτερη ικανοποίηση από το να αντιλαμβάνεται ότι τα κείμενά του διαβάζονται. Και όταν μάλιστα διαβάζονται και από κάποιους ανθρώπους με τεράστιο ειδικό βάρος, τότε η τιμή είναι ακόμα μεγαλύτερη. Για μας, λοιπόν, είναι μεγάλη τιμή που ο μοναδικός Μίκης Θεοδωράκης διάβασε το θέμα μας με τίτλο «Νεοελληνική Μυθολογία», στο οποίο αναφερόμασταν σε υπερβολές της σύγχρονης Ελλάδας που μας κάνουν να παλινδρομούμε μεταξύ αυταρέσκειας και αυτολύπησης. Και όχι μόνο αυτό. Ο Μίκης αισθάνθηκε την ανάγκη να μας «απαντήσει». Το κείμενό του είναι, αν θέλετε, η αρχή ενός διαλόγου, που θεωρούμε ότι είναι όχι μόνο χρήσιμος, αλλά και απαραίτητος. Ενός διαλόγου που στις μέρες μας συνήθως υποκαθίσταται από κραυγές και αλληλοκατηγορίες ή, στην καλύτερη περίπτωση, από διαπιστώσεις και γενικολογίες. Ευχαριστούμε, λοιπόν, το Μίκη για την επιστολή του, διευκρινίζοντας ότι εμείς θα συνεχίσουμε να αποφεύγουμε την ευκολία θεωριών τόσο περί του «περιούσιου λαού» όσο και περί «καημένης Ψωροκώσταινας». Τη χώρα μας τη διαμορφώνουμε πριν από όλους εμείς. Από εκεί ας αρχίσει ο διαλογισμός μας.

«Αξιότιμε κ. Αναγνωστάκη,
Διάβασα με μεγάλη προσοχή το άρθρο σας στο “review” του ΕΛ. ΤΥΠΟΥ, το Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2009, γιατί πιστεύω ότι το θέμα που θίγετε είναι πάρα πολύ λεπτό, ειδικά για την εποχή μας, μας αφορά όλους και επομένως είμαστε όλοι υποχρεωμένοι να σκύβουμε πάνω του με προσοχή και υπευθυνότητα.
Και ποιος, αλήθεια, θα διαφωνήσει μαζί σας με όλες αυτές τις υπερβολές, που είναι αυτές καθαυτές γελοίες και που τόσο πολύ μας εκθέτουν…Φυσικά εάν ξεκινήσει κανείς τον αντίλογό του στηριζόμενος σ’ αυτές τις χονδροειδείς υπερβολές, όχι μόνο είναι εύκολο να τις γελοιοποιήσει (αφού έτσι κι αλλιώς, όπως είπα, είναι γελοίες) αλλά να φτάσει εύκολα στο άλλο άκρο, ότι δηλαδή η χώρα μας είναι μια Ψωροκώσταινα που κατοικείται από έναν κομπλεξικό λαό, ο οποίος, μη έχοντας τίποτα να προβάλει, προσπαθεί να πιαστεί από μύθους και ανύπαρκτες αξίες και επιτεύγματα.
Η γνώμη μου είναι (αν για σας έχει κάποια σημασία) ότι η αλήθεια ως συνήθως βρίσκεται στο μέσον αυτών των δύο ακροτήτων. Δηλαδή, ούτε είμαστε περιούσιος λαός ούτε όμως είμαστε αποκλειστικά υπεύθυνοι για όσα κακά και ανάποδα συνέβησαν στη χώρα μας από το 1821.
Εάν έχουμε κάτι ξεχωριστό, όπως ο κάθε λαός, είναι τα όσα ιστορικά, ηθικά, πολιτιστικά και ψυχικά αποθέματα μας άφησαν οι προηγούμενες γενιές και η κάθε φορά στάση μας, ως λαός, απέναντι στις προκλήσεις της Ιστορίας. Θα δούμε λοιπόν ότι σ’ αυτούς τους περίπου δύο αιώνες που πέρασαν, η πορεία μας θα ήταν σίγουρα διαφορετική χωρίς τις επεμβάσεις των ξένων. Φαίνεται ότι η χώρα μας λόγω της ιστορικής της κληρονομιάς και κυρίως της γεωγραφικής της θέσης τραβά σαν μαγνήτης το ενδιαφέρον των δυνατών της οικουμένης. Με στόχο όχι μόνο τα εδάφη μας, τα λιμάνια και τα αεροδρόμιά μας, αλλά ακόμα, και προπαντός, την ίδια την Ιστορία μας, το ιστορικό μας παρελθόν, τον όποιο σύγχρονο πολιτισμό μας και το δικαίωμα να είμεθα ελεύθεροι, όπως ακριβώς μας σφυρηλάτησαν οι παραδόσεις μας.
Ο Όθωνας και οι Βαυαροί, όπως αργότερα οι Γλίξμπουργκ, δεν είναι μύθοι. Ούτε είναι παραισθήσεις οι μηχανορραφίες των ξένων παραγόντων στα βουνά την εποχή του ΕΛΑΣ ή στο Κάιρο γύρω από τον αγγλόφιλο Γεώργιο Β’ ή τον Τσόρτσιλ που στα Δεκεμβριανά διέταξε «χτυπάτε σαν να βρίσκεστε σε εχθρική χώρα». Ούτε του Βαν Φλιτ που διοικούσε αυτοπροσώπως τις δυνάμεις του εθνικού στρατού, ούτε τα σκοτεινά παρασκήνια που μας επέβαλαν τη Χούντα και στην Κύπρο την ξένη κατοχή. Δεν είμαστε τρελοί ώστε να μην υπολογίσουμε σωστά και όπως πρέπει τις ωμές επεμβάσεις των ξένων. Ούτε δήθεν εφευρίσκουμε τον ξένο δάχτυλο για να δικαιολογήσουμε τα δικά μας λάθη, που κι αυτά φυσικά είναι υπαρκτά. Δεν έπαιξαν όμως αυτά τον κύριο ρόλο στις περιόδους που προαναφέραμε.
Από ένα άλλο πρίσμα, πώς εξηγείται το γεγονός ότι σύμπας αυτός ο φτωχός και αμόρφωτος λαός είπε τρία ΟΧΙ στο Μουσολίνι, στο Χίτλερ και την παράδοση της Κρήτης, όταν όλοι οι λαοί της Ευρώπης, πλην της Αγγλίας, είχαν υποκύψει σχεδόν αμαχητί; Και είπε ένα ακόμα ΟΧΙ στην επιστράτευση με την πρώτη και μοναδική μαζική διαδήλωση στην κατεχόμενη Ευρώπη πετυχαίνοντας να μην πάει ούτε ένας Έλληνας στρατιώτης στο Ανατολικό Μέτωπο, τη στιγμή που όλοι ανεξαιρέτως οι Ευρωπαίοι έστειλαν δεκάδες χιλιάδες να πολεμήσουν υπό τις διαταγές του Χίτλερ.
Όλα αυτά δεν είναι μύθοι ούτε φυσικά μας δίνουν το δικαίωμα να ισχυριστούμε ότι είμαστε μοναδικοί. Δεν είμαστε μοναδικοί, όμως οι συγκεκριμένες πράξεις μας υπήρξαν μοναδικές. Αν λοιπόν είναι έτσι, τότε εμείς τι πρέπει να κάνουμε; Να τα μηδενίσουμε όλα για να μην κατηγορηθούμε ότι κομπάζουμε; Όχι. Να μην κομπάζουμε μεν, να ερευνήσουμε όμως σε ποιους λόγους οφείλεται αυτή η θετική στάση του λαού μας.
Γνωρίζετε ασφαλώς ότι είμαι από τους λίγους που έζησαν τα γεγονότα αυτά, δηλαδή τον πόλεμο στα βουνά της Αλβανίας, την ξένη Κατοχή, τον Απελευθερωτικό Αγώνα, τα Δεκεμβριανά, τον Εμφύλιο Πόλεμο, την άνθηση της δεκαετίας του ’60 και τέλος τη Χούντα. Και θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι η πεποίθηση ότι ο ελληνικός λαός επέδειξε αυτή τη μοναδική δύναμη και αντοχή, ιδιαίτερα στους δύσκολους χρόνους των χιτλερικών θριάμβων, χαρίζοντας έστω και μία χαραμάδα φωτός στους λαούς που ζούσαν τον τρόμο και τα ερέβη της ναζιστικής κατοχής, είναι η θρυαλλίδα που μου χάρισε μια τόση και τέτοια υπερηφάνεια, δύναμη και αυτοπεποίθηση (μαζί με χιλιάδες άλλους φυσικά), ώστε να αφιερώσω όλες μου τις δυνάμεις, σωματικές, ψυχικές και πνευματικές, σ’ αυτή την πεποίθηση-ιδέα. Ότι δηλαδή η μικρή, η φτωχή και υποτιμημένη Ελλάδα μπόρεσε να πραγματοποιήσει αυτόν τον ιστορικό βηματισμό που μας πήγε έστω και για μια περιορισμένη εποχή ένα βήμα πιο μπροστά από πολλούς άλλους.
Πώς αλλιώς, άλλωστε, μπορούν να ερμηνευτούν όλες αυτές οι θυσίες, οι εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί, αλλά και οι εκατοντάδες χιλιάδες μαχητές της ελευθερίας στα βουνά, στις φυλακές, στα ξερονήσια και τα βασανιστήρια και οι δεκάδες χιλιάδες καταδίκες σε θάνατο για τις οποίες σήμερα κανείς δεν μιλά; Και δεν ήμασταν απλά ρομπότ με το όπλο στο χέρι αλλά όλη αυτή η στρατιά της Εθνικής Αντίστασης και του Εμφυλίου Πολέμου είχαμε κερδηθεί από ένα πρωτόγνωρο αίσθημα με καθαρά αναγεννησιακά χαρακτηριστικά, που αφορούσαν το μέλλον της πατρίδας μας σε περίπτωση που θα νικούσαμε. Δηλαδή, θα χτίζαμε την πατρίδα μας σύμφωνα με τη θέληση του λαού μας και όχι τωνξένων…
Τραγούδι, θέατρο, βιβλίο και γενικά η πνευματική καλλιέργεια μας απασχολούσαν το ίδιο όσο και η συμμετοχή μας στον αγώνα. Με μια λέξη, είχαμε τόσο πολύ κερδηθεί από αυτό το μεγάλο όραμα, ώστε ο ίδιος ο θάνατος να αποτελεί μια λεπτομέρεια στο δρόμο που είχαμε αποφασίσει να ακολουθήσουμε.
Μετά τα όσα σας περιέγραψα, πρέπει να ομολογήσω ότι η ανάγνωση του άρθρου σας είχε ως αποτέλεσμα να διερωτηθώ: «Μήπως ήταν λάθος αυτοί οι αγώνες μας; Εφόσον ήταν φανερό ότι δεν θα τους κάναμε εάν δεν πιστεύαμε στις θετικές πλευρές του λαού μας. Γιατί διαφορετικά είναι βλακώδες να θυσιάζεσαι για κάτι που θεωρείς αρνητικό απ’ την αρχή ως το τέλος».
Δηλαδή, με άλλα λόγια, ομολογώ ότι χωρίς την πίστη ότι ο ελληνικός λαός έκανε πράξεις εξαιρετικές, ξεχωριστές και άξιες θαυμασμού, θα καθόμουν ήσυχα και φρόνιμα στο σπίτι μου φροντίζοντας να εγκαταλείψω όσο γίνεται πιο γρήγορα μια χώρα καθυστερημένη και να πάω να ζήσω κοντά σ’ ένα λαό με ανώτερο πολιτισμό, αγωγή, μόρφωση και ήθος.
Και φτάνω στην κρίσιμη ερώτηση: «Γιατί τάχα κάναμε αυτές τις εξαιρετικές πράξεις; Μήπως γιατί είμεθα φυλετικά ανώτεροι;» Όχι, φυσικά. Τότε γιατί; Η απάντησή μου είναι ότι η βασική διαφορά ανάμεσα σε λαούς είναι οι ιστορικές τους παραδόσεις, το ήθος και ο πολιτισμός, όπως διαμορφώνονται στα βάθη των λαών από τις πολύχρονες εμπειρίες τους, αλλά και οι προσωπικές εξαιρέσεις που δημιουργούν κάθε φορά οι κοινωνικές και άλλες καταστάσεις. Γι’ αυτό το λόγο είναι φυσικό να υπάρχει ανισομέρεια, δηλαδή αλλού να είναι κανείς μπροστά και αλλού πίσω.
Τι κάνουν όμως όλοι σχεδόν οι λαοί; Φροντίζουν να προβάλλουν με κάθε τρόπο τα θετικά τους στοιχεία, γιατί γνωρίζουν πόσο μεγάλη επίδραση έχει επάνω στον κάθε λαό η ψυχολογική διάσταση ότι είναι κάποιος που έχει προσφέρει και μπορεί ακόμα να προσφέρει στην κοινωνική ανάπτυξη, στην οικονομία, στη μόρφωση, στο ήθος και τον πολιτισμό. Αυτή η σιγουριά με την οποία φροντίζουν ακόμα και οι πιο δυνατές χώρες να εξοπλίσουν το λαό τους, αποτελεί ίσως το κυριότερο κίνητρο για την ανάπτυξη και ακτινοβολία τους. Γιατί λοιπόν εμείς να είμαστε με τον εαυτό μας τόσο μίζεροι και άδικοι; Δεν μας φτάνουν οι τόσες και τόσες αναποδιές που μας δέρνουν καθημερινά, πρέπει να σπρώχνουμε κι εμείς να πάμε ακόμα πιο κάτω;
Και φυσικά, για να τελειώνω, πιστεύω ότι η σημερινή κακοδαιμονία μας οφείλεται σε μεγάλο μέρος στο ότι οι άνθρωποι που έχουν επιλέξει το λειτούργημα του διαφωτιστή της κοινής γνώμης, όπως λ.χ. οι δημοσιογράφοι, αγνοούν (ή κάνουν ότιαγνοούν) ακόμα και την πρόσφατη Ιστορία μας, που είναι γεμάτη από κάθε είδους επιτεύγματα, κυρίως πνευματικά, για τα οποία άλλοι λαοί ωριμότεροι όχι μόνο θαήταν περήφανοι αλλά θα έκαναν το παν να τα αναλύσουν, να τα προβάλουν και να τα διαδώσουν με όση δύναμη διαθέτουν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης και φυσικά πάνω απ’ όλα μέσα στον ίδιο το λαό τους».
Αθήνα, 24.2.2009
Μίκης Θεοδωράκης

http://www.e-tipos.com/content/staticfiles/issues/2009/03/07/070309%2024.pdf

Δεν υπάρχουν σχόλια: