Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2008

Το τέλος του «αμερικάνικου ονείρου»


Κάθε φορά που γκρεμίζεται ένα όνειρο κάποιοι παρασύρονται μαζί του. Όταν όμως αυτό το όνειρο έχει κυριεύσει ολόκληρη την ανθρωπότητα, ποιος θα προλάβει να απομακρυνθεί εγκαίρως; Και κυρίως πού πρέπει να προσανατολιστούμε τώρα; Η Αμερική του Σεπτεμβρίου του 2008 μοιάζει πολύ περισσότερο βυθισμένη στο φόβο και από την Αμερική του Σεπτεμβρίου του 2001. Τότε το χτύπημα ήταν τρομακτικό, αναπάντεχο, αλλά τελικά μετρήσιμο. Και δεν ακολούθησαν άλλα, όπως φοβούνταν μερικοί. Τώρα το χτύπημα είναι πάλι συγκλονιστικό και, το χειρότερο, κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει το ακριβές του μέγεθος. Κι όμως, «το κακό φαινότανε, όμως ποιος νοιαζότανε» θα μπορούσε να πει κανείς τώρα για όσα συμβαίνουν στις αγορές. Αντίστοιχες προβλέψεις και αναλύσεις είχαν γίνει από πολλούς οικονομολόγους. Φυσικά όχι από εκείνους που ανήκαν στη σχολή της απορρύθμισης. Κανείς δεν ήθελε να τους ακούσει τότε, αλλά οι δηλώσεις τους έχουν γίνει περιζήτητες τώρα.
Πέραν όμως των προβλέψεων και των προφητειών, αυτό που σίγουρα γίνεται ήδη ορατό είναι αυτή η αλλαγή που συντελέστηκε μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτή η εξέλιξη που συνοψίστηκε μέσα στην απλή φράση «η Αμερική δεν θα είναι πια η μοναδική και κυρίαρχη οικονομικά υπερδύναμη». Και αν το 2001 έγινε σλόγκαν αλληλεγγύης το «είμαστε όλοι Αμερικανοί», σήμερα αυτό που όλοι προσπαθούν να αποδείξουν είναι ότι δεν έγιναν εντελώς Αμερικανοί. Έστω και αν ο πρότερός τους βίος συχνότατα τους στερεί τα πειστήρια της αθωότητας.
Σίγουρα όμως η κατάρρευση της ρεϊγκανικής αντίληψης για την οικονομία, που προέλαυνε ανεμπόδιστη εδώ και μία εικοσαετία, είναι γεγονός. Τέλος τα reaganomics, που είπε και ο Τζον Κένεθ Γκάλμπρεϊθ. Εδώ και αρκετό καιρό γνωστοί θεωρητικοί, όπως ο Πολ Κρούγκμαν, είχαν περιγράψει τις τελευταίες δεκαετίες ως μια ισοπεδωτική επέλαση του νεοφιλελευθερισμού. Η απορρύθμιση και η πλήρης απελευθέρωση των αγορών, που συνοδεύτηκαν και από μια πολιτική φτηνού χρήματος στα 18 χρόνια της θητείας του Ρόναλντ Ρέιγκαν και είχαν θεωρηθεί «πυλώνες ραγδαίας ανάπτυξης», μοιάζουν πλέον με σκασμένο λάστιχο. Κι επειδή το όχημα συνέχισε να κινείται για καιρό έτσι, δεν διέλυσε μόνο εντελώς αυτό το σκασμένο λάστιχο αλλά άρχισε να φθείρει και το σκελετό του οχήματος.
Φυσικά, όλα αυτά δεν συνέβησαν από τη μια μέρα στην άλλη. Η στήριξη της ανάπτυξης σε εικονικές πραγματικότητες, όπως ήταν η New Economy αρχικά και τα δάνεια του κτηματικού – οικοδομικού τομέα στη συνέχεια, δεν μπορεί να αντικαταστήσει την πραγματική οικονομία, που στηρίζεται σε παραγωγικά θεμέλια. «Όπλα μαζικής καταστροφής» είχε χαρακτηρίσει ο Γουόρεν Μπάφετ, γκουρού του χρηματιστηρίου, δεύτερος πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο και ιδανικός, σύμφωνα και με τους δύο υποψήφιους προέδρους, για τη θέση του υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ, αυτά τα σύνθετα, δομημένα προϊόντα, τα οποία μέσα από διάφορες περίπλοκες και συχνά αδιαφανείς διαδικασίες κατέληγαν να μην ξέρει κανείς πού ακριβώς βρίσκονταν και στο τέλος όλοι άρχισαν να τα αποκαλούν «τοξικά».
Πίσω από όλα αυτά βρίσκεται φυσικά η κερδοσκοπία. Το εύκολο, γρήγορο χρήμα. Ο «αέρας», που λέμε στη χώρα μας. Δεν μπορεί να στηρίζεται ένα ολόκληρο οικονομικό σύστημα σε αυτή τη βάση, όπως από το 1936 ακόμα είχε προειδοποιήσει ο Τζον Μάιναρντ Κέινς, όταν έλεγε ότι «η κατάσταση είναι κρίσιμη όταν η ανάπτυξη των κεφαλαίων μιας χώρας μετατρέπεται σε υποπροϊόν των δραστηριοτήτων εντός μιας αίθουσας παιγνίων». Πολλά έχουν γραφτεί και γράφονται ακόμα περισσότερα στις μέρες μας για τους «αχαλίνωτους μάνατζερ» που αρέσκονταν να επιβραβεύουν τους εαυτούς τους με παχυλά μπόνους ακόμα κι όταν οι επιχειρήσεις έβαζαν λουκέτο. Τώρα η Γερμανίδα καγκελάριος Μέρκελ βγήκε ξανά για να πει ότι «δεν μπορεί ο πολύς κόσμος να πληρώσει τα λάθη κάποιων καλοπληρωμένων αλλά ανεύθυνων τραπεζιτών». Αυτών των τραπεζιτών που κοκορεύονται τώρα ότι οι δικές τους τράπεζες δεν είχαν αγοράσει τα «άρρωστα χαρτιά» που είχαν συμβουλεύσει τους πελάτες τους να αγοράσουν. Ή εκείνων που είχαν σιγουρέψει τις δικές τους παχυλές αποζημιώσεις, τα «χρυσά αλεξίπτωτα», πριν οδηγήσουν τις επιχειρήσεις τους ένα βήμα πριν από τον γκρεμό. Ή και κατευθείαν στον γκρεμό, αφού είχαν τα αλεξίπτωτα. Κι όμως, κάποιοι από αυτούς στην Ευρώπη γκρίνιαζαν μέχρι πρότινος για τις «χαμηλές» αμοιβές τους σε σχέση με όσα συνέβαιναν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Τώρα πια όλοι συμφωνούν πως τους κανόνες δεν θα τους καθορίζουν αποκλειστικά οι παροικούντες τη Γουόλ Στριτ. Το κέντρο βάρους της παγκόσμιας αγοράς δείχνει να μετατοπίζεται πλέον από τη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο, όπου βρισκόταν αποκλειστικά μέχρι τώρα. Νέοι παίκτες μπαίνουν στο παιχνίδι πια, δραστήρια και, αν τολμήσουν, πιο αποφασιστικά. Κίνα, αραβικές χώρες και, αν μπορέσει να ορθοποδήσει πιο γρήγορα, ίσως και η Ευρώπη μαζί με τη Ρωσία, που πάντως παραμένει μια χώρα που δεν παράγει σχεδόν τίποτε, απλώς καταναλώνει τους φυσικούς της πόρους.
Αλλά δεν κατέρρευσαν μόνο οι θεωρίες των «reaganomics». Κατέρρευσε μαζί τους και ο «american way of life», ο αμερικανικός τρόπος ζωής. Ένας τρόπος που έχει επιβληθεί και στην Ευρώπη εδώ και δύο περίπου δεκαετίες και θα μπορούσε να συνοψίσει κανείς στη φράση «ζήσε το σήμερα και ζήσε το με δανεικά». Το μπόλιασμα των κοινωνιών με τη λογική του υπερκαταναλωτισμού μέσω του υπερδανεισμού αποτελεί ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια και της κάθε ευρωπαϊκής κοινωνίας. Ο Πολ Σάμουελσον έλεγε από το 2005 ότι η Αμερική βρίσκεται υπό ασφυκτική πίεση επειδή δεν αποταμιεύει ουσιαστικά τίποτα. Κάτι που έχουν πει πολλοί ακόμα, χωρίς να τους ακούσει κανείς. Ο Τζέρεμι Ρίφκιν έλεγε πριν από χρόνια για μια «ανάπτυξη σε πήλινα πόδια». Και ο Νούριελ Ρουμπίνι μιλούσε για «καταναλωτισμό μέχρι θανάτου». Όλοι τους γνωστοί και «αξιοσέβαστοι», αλλά κανείς δεν τους άκουγε όσο επέμεναν να κινούνται ενάντια στο ρεύμα. Και γιατί να τον ακούσουν κάποιοι σαν τον Κάθρικ Ράτζαραμ, που αυτοκτόνησε την περασμένη εβδομάδα σκοτώνοντας πρώτα την οικογένειά του. Όσο μπορούσε να αγοράζει σπίτια και να πουλά στη διπλάσια ή τριπλάσια τιμή και να επενδύει μετά τα χρήματά του σε χαρτιά μεγάλου ρίσκου, το αμερικάνικο όνειρο του έδινε φτερά. Όταν όλα χάθηκαν μέσα σε μια μέρα, όταν η ανεργία άρχισε να τον συντροφεύει για μήνες, είδε ότι τα φτερά ήταν μόνο στη φαντασία του και δεν υπήρχε τίποτε να τον σταματήσει από τη βουτιά στο κενό.
Δεν θα αυτοκτονήσουμε φυσικά όλοι τώρα που έσκασαν οι φούσκες. Αλλά πρέπει να προσδεθούμε, όπως σε κάθε αναγκαστική προσγείωση. Θα είναι σίγουρα δύσκολο να ξεπεραστούν αυτές οι νοοτροπίες, που είχαν παγιωθεί στη συνείδηση όλων μας και μας ήθελαν «μάνατζερ του εαυτού μας» και «επενδυτές στα ρίσκα μας». Νοοτροπίες που βάφτιζαν εύκολα συντηρητικό όποιον δεν ήξερε από χρηματιστήριο, όποιον δεν κυκλοφορούσε με πέντε πιστωτικές κάρτες στην τσέπη, όποιον φύλαγε τα λεφτά στην τράπεζα και απέφευγε να χρεωθεί.
Ο «συντηρητισμός» κάποιων χωρών και τραπεζών αποδεικνύεται τελικά σωτήριος. Αλλά ακόμα και χώρες όπως η Γερμανία, που υποτίθεται ότι έμεναν ως ένα βαθμό πιστές σε κάποιες πιο παραδοσιακές αξίες, δεν μπόρεσαν να γλιτώσουν από τη «λαίλαπα». Η περίπτωση της Hypo Real Estate, μιας τράπεζας από την καθ’ όλα συντηρητική Βαυαρία, δείχνει πόσο βαθιά είχε μεταλλάξει το ευρωπαϊκό DNA η αμερικανική ιδέα των «απεριόριστων ευκαιριών».
Οι περισσότεροι ειδικοί προβλέπουν ότι τώρα κάτι θα αλλάξει αναγκαστικά. Όπως είχε αλλάξει και στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Όμως κανείς δεν φαίνεται να έχει έτοιμη τη λύση. Ο κόσμος είναι πιο μικρός σήμερα, πιο αλληλοδιαπλεκόμενος και πολύ πιο δύσκολα κατανοητός. Για παράδειγμα, κανένας Ευρωπαίος δεν θέλει να δώσει χρήματα για να σώσει την τράπεζα κάποιου άλλου. Αλλά πόσες «καθαρά εθνικές– εθνικά καθαρές» τράπεζες υπάρχουν σήμερα; Πόσο μπορούμε να κρατάμε τη φούσκα γεμάτη για να μη σκάσει; Δεν θα τελειώσει κάποια στιγμή το χρήμα; Μπορεί η Αμερική να βρει τη γιατρειά σε ένα νέο «απομονωτισμό», όπως έκανε στο παρελθόν, για να καθίσει και να γλείψει τις πληγές της; Πειστικές απαντήσεις δεν έχει δώσει κανείς ως τώρα, ούτε οικονομολόγος ούτε πολιτικός.
Σίγουρα πάντως είναι αφελές να κρυφογελάνε κάποιοι με τα παθήματα της Ουάσιγκτον, να ικανοποιούνται με το απλανές βλέμμα του Τζορτζ Μπους, που μοιάζει ακόμα πιο αβοήθητος και γερασμένος...
Μπορεί να έβγαλαν τα απωθημένα τους κάποιοι ηγέτες της Λατινικής Αμερικής με ειρωνικές δηλώσεις εναντίον τού μέχρι τώρα πολυπράγμονος μεγάλου αδελφού, αλλά αυτό δεν είναι και κανένας οδικός χάρτης για το μέλλον. Όσο απλοϊκό είναι να λέμε ότι έφταιγαν μόνο οι τραπεζίτες, άλλο τόσο υποκριτικό είναι να πιστεύουμε ότι τα έκαναν όλα οι Αμερικανοί. Και επικίνδυνο να αρνούμαστε ότι και στην Ευρώπη πολλά τα κάναμε όπως οι Αμερικανοί. Σε τελευταία ανάλυση, τώρα που «το πρότυπο των αρχών του 21ου αιώνα» αποκαθηλώθηκε, δεν πρέπει να αρχίσουμε να προβληματιζόμαστε και για κάτι «πιο δικό μας»;

http://www.e-tipos.com/content/staticfiles/issues/2008/10/18/Review/review_71%203.pdf

Δεν υπάρχουν σχόλια: