Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2008

Γιατί ο γιος μου βάζει λουκέτο στο σχολείο του


Tο Σάββατο 6 Δεκεμβρίου στις 11 το βράδυ ήρθε ο 17χρονος γιος μου και μου ζήτησε να του βρω ένα λουκέτο. «Ένας μπάτσος σκότωσε ένα 15χρονο μαθητή και θα κλειδώσουμε το σχολείο. Θα γίνει κόλαση με τους βρωμομπάτσους».
Χωρίς ερωτήσεις έτρεξα να του βρω το λουκέτο. Το λουκέτο ήταν μικρό, δεν έκανε τη δουλειά του και το σχολείο άνοιξε!...
Μ’ αυτόν τον παράδοξο τρόπο έμαθα τόσο για το φόνο του Αλέξη όσο και για το ότι τα παιδιά του λυκείου θα αρχίσουν να δείχνουν την οργή τους με απρόβλεπτους τρόπους. Τέσσερις μέρες μετά, μαζί με τους συμμαθητές του, αγόρασε ένα λουκέτο, μεγάλο αυτή τη φορά, και τα χαράματα ξεκίνησαν να ξανακλείσουν τα βρωμοσχολεία (όπως τα είπε). Τους σταμάτησαν η ραγδαία πρωινή νεροποντή και μια «προδότρα» γειτόνισσα του σχολείου που ειδοποίησε το διευθυντή και το σχολείο άνοιξε πάλι κανονικά.
Και το ερώτημά μου ήταν και είναι: το σχολείο άνοιξε. Και;
Παρακολουθώ χρόνια τώρα από πολύ κοντά το γιο μου. Πρώτα από όλα από αγάπη, αλλά και για ιδιοτελείς σκοπούς: προσπαθώντας να ξαναζήσω τα χαμένα παιδικά μου χρόνια μέσα από αυτόν. Και επίσης για να ζήσω τον κόσμο με τα μάτια ενός παιδιού που μεγαλώνει και τον κοιτάζει με τη φόρα της δικής του γενιάς. Αποτέλεσμα αυτής της επαφής με το γιο μου ήταν να ξαναβρώ αθωότητες καλά κρυμμένες στο θολό παρελθόν των πρωτόγονων αισθημάτων, εκεί που είχε σχηματιστεί ο δικός μου προσωπικός παράδεισος που εμπλούτισε δύο ταινίες μου. Τον «Καβάφη» και τον «El Greco». Όλα αυτά τα χρόνια, από το νηπιαγωγείο έως τώρα, στο τέλος του λυκείου, παρακολουθώ τη διαδρομή της καθημερινότητάς του, το σχηματισμό του ψυχισμού του, τη σταδιακή «φιλοσοφία» του για τη ζωή και την ύπαρξή του.
Τώρα που η μαθητιώσα νεολαία έφτασε ως τα όρια της οργής και διαδηλώνει, κλείνει τα σχολεία, πετροβολά, δεν θέλει να πάει στα μαθήματα, προσπαθώ να καταλάβω πώς και γιατί έγινε αυτό.
Από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, ανάμεσα στο σχολείο και τα διαβάσματα, ο γιος μου πάντα με ρωτούσε «κι εγώ πότε θα παίξω;». Το σχολείο ήταν ένα δυσβάσταχτο έργο. Αργότερα στο γυμνάσιο, ανάμεσα στο σχολείο, στα έξτρα μαθήματα και τα διαβάσματα, έλεγε «δεν παίζω... και δεν περνάω καλά, πότε θα περάσω καλά;».
Και όταν πήγε στο λύκειο, καθισμένος μπροστά στο computer, δίπλα στη ντουλάπα με τα 40 μπλουζάκια, τα 12 παντελόνια, τα 6 ζευγάρια παπούτσια φίρμας και μία στοίβα DVD, άρχισε να λέει: «Σ’ αυτόν το σάπιο κόσμο που φτιάξατε, εγώ πώς θα ζήσω;».
Κι ήρθε η δολοφονία του Αλέξη. Κι ο γιος μου έγινε πιο σοβαρός. Ξεχύθηκε μαζί με τους απελπισμένους συμμαθητές του στις πορείες, στα κλεισίματα των σχολείων, χωρίς καθοδηγητές, χωρίς ινστρούκτορες, όπως συνέβαινε στη γενιά της Αριστεράς στα χρόνια της νεότητάς μου.
Κι όταν τον ρώτησα πώς φτάσαμε ως εδώ, είπε: «Ποτέ κανείς, ούτε στο δημοτικό ούτε στο γυμνάσιο ούτε στο λύκειο, δεν προσπάθησε να καταλάβει ποιος είμαι και τι μπορεί να θέλω από τη ζωή. Μου γέμισαν το μυαλό μ’ αυτά που γράφουν τα βιβλία, που ήταν άψυχα και δεν μιλούσαν στην ψυχή μου. Σάπισε το μυαλό μου από τις σάπιες γνώσεις. Είμαι παιδί και αισθάνομαι γέρος χωρίς να ’χω ζήσει τη ζωή μου. Και κάθε φορά που προσπαθώ να δω ποιο μπορεί να είναι το μέλλον μου, δεν βλέπω παρά ένα τεράστιο κενό χωρίς ελπίδα. Κι ό,τι βλέπω γύρω μου το βλέπω σάπιο, τους καθηγητές, τους κυβερνώντες, τους τηλεανθρώπους, τους κουκουλοφόρους (που είναι μπάτσοι) και τους μπάτσους, που είναι κι αυτοί προϊόν της δικής σας κοινωνίας. Γι’ αυτό κατεβαίνουμε στις διαδηλώσεις και κλείνουμε δρόμους, χτυπούμε τα ΜΑΤ και ανάβουμε φωτιές. Μήπως χαθούν και σβήσουν όλοι αυτοί που μας κυκλώνουν με “το τίποτά” τους. Γιατί δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε. Γιατί, ούτως ή άλλως, χαμένοι είμαστε από τον κόσμο που μας φτιάξατε».
Έναν κόσμο όπου τα σχολεία παράγουν υποτακτικά και ανελεύθερα άτομα, ενώ θα έπρεπε να δημιουργούν δημιουργικές και αυτόβουλες προσωπικότητες. Έναν κόσμο εικονικής πραγματικότητας και άκρατου καταναλωτισμού. Χωρίς όραμα και ελπίδα. Και η ευτυχία; Η αληθινή χαρά της ζωής; Από πού θα έρθει;
Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν. Εμείς σπείραμε «ένα πουκάμισο αδειανό» και τα παιδιά μας αυτό το κενό θερίζουν. Και οργίζονται, καίνε, αλυσοδένουν τα σχολεία, που δεν είναι σχολεία αλλά μηχανισμοί καταπίεσης και άχρηστης γνώσης και επιπλέον έχουν αντικατασταθεί πλήρως από τα ιδιωτικά φροντιστήρια (άλλη ελληνική - παγκόσμια πατέντα!).
Προσπαθώ να κάνω συγκρίσεις ανάμεσα σ’ αυτό που έζησα ως έφηβος και σ’ αυτό που ζει ο έφηβος γιος μου. Η μεγάλη διαφορά της γενιάς μου και της γενιάς του γιου μου είναι ότι εμείς πιστεύαμε ότι με το όραμα της Αριστεράς θα αλλάζαμε τον κόσμο και σιγά σιγά διαπιστώσαμε πως όλα ήταν «ένα μεγάλο ψέμα», ενώ η γενιά του γιου μου, χωρίς προσδοκία, οράματα, βιώνει την απογοήτευση από τα τρυφερά εφηβικά χρόνια. Τι ενώνει τη γενιά μου με τη γενιά του γιου μου; Το υπαρξιακό κενό των ανώριμων καιρών μας. Όμως είναι βέβαιο πως θα έρθουν καλύτερες μέρες για το μελλοντικό άνθρωπο. Κι αυτό θα συμβεί όταν το ανθρώπινο γένος θα πιστέψει στο αληθινό «ΕΜΕΙΣ» και όχι στα πολλά διασκορπισμένα «εγώ». Τότε, δηλαδή, που οι ανθρώπινες οντότητες θα μπορούν να αποτελούν αρμονικό και οργανικό μέρος της συμπαντικής αρμονίας και ομορφιάς. Πόσο κοντά ή πόσο μακριά είμαστε απ’ αυτό, κανείς δεν το ξέρει. Ευχόμαστε όμως αυτό να συμβεί σύντομα, για το καλό και την ευτυχία των ανθρώπων. Γι’ αυτό έδωσα το λουκέτο στο γιο μου για να κλείσουν με τους συμμαθητές του ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ «το γαμημένο το σχολείο», μήπως και ΜΑΖΙ φτιάξουν έναν καλύτερο κόσμο, τον κόσμο του μέλλοντός τους, χωρίς τα βαρίδια της δικής μας αστοχίας.
Γιάννης Σμαραγδής

http://www.e-tipos.com/content/staticfiles/issues/2008/12/20/201208%2014.pdf

Δεν υπάρχουν σχόλια: