Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

«Piazza Εξάρχεια»


Πριν από λίγο καιρό επιχειρήθηκε στο κέντρο της Αθήνας η πιο δολοφονική τυφλή απόπειρα των τελευταίων δεκαετιών.
Δεν αναφερόμαστε στα αποτελέσματά της, γιατί ευτυχώς η χειροβομβίδα που ρίχτηκε στο κτίριο της οδού Τσαμαδού στα Εξάρχεια (όπου στεγάζεται το Στέκι Μεταναστών και το Δίκτυο για τα Κοινωνικά και Πολιτικά Δικαιώματα) δεν πέρασε στο εσωτερικό του κτιρίου, όπου διεξαγόταν ανοιχτή συζήτηση για τους αντιρρησίες συνείδησης. Η πρόθεση, όμως, του δράστη (καλύτερα: των δραστών) ήταν σαφής.
Η ενέργεια αυτή μπορεί να συγκριθεί μόνο με τις τυφλές βομβιστικές ενέργειες των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης και κυρίως την επίθεση στον κινηματογράφο «Έλλη», που προκάλεσε τον τραυματισμό 18 θεατών στις 10/3/78 (βλ. «Ιός» 29/9/02, «Η ξεχασμένη τρομοκρατία»).
Τις ενέργειες εκείνες σχεδίασαν νεοφασιστικές ομάδες της μεταπολιτευτικής περιόδου, σε μια τελευταία προσπάθεια να ανατρέψουν το κλίμα εκδημοκρατισμού της χώρας και να εξασφαλίσουν τα «κεκτημένα» των χουντικών μηχανισμών. Σε μεγάλο βαθμό ήταν εμπνευσμένες από τη δράση των ιταλών ομοφρόνων τους που οδήγησε στα μολυβένια χρόνια της ιταλικής δημοκρατίας και, σε συνδυασμό με την έκρηξη της ένοπλης οργανωμένης βίας, προετοίμασε με τον καλύτερο τρόπο την απαξίωση του πολιτικού συστήματος που άνοιξε το δρόμο στην εποχή του Σίλβιο Μπερλουσκόνι.
Σημείο εκκίνησης της σκοτεινής αυτής περιόδου της σύγχρονης ιταλικής ιστορίας ήταν η βόμβα στην Piazza Fontana του Μιλάνου. Η βόμβα που είχε τοποθετηθεί στις 12 Δεκεμβρίου 1969 στην Εθνική Αγροτική Τράπεζα έσκασε νωρίς το απόγευμα και σκότωσε 16 πολίτες, ενώ τραυματίστηκαν άλλοι 88. Ακολούθησε σειρά βομβιστικών ενεργειών σε όλη τη χώρα, με αποκορύφωμα την έκρηξη στο σιδηροδρομικό σταθμό της Μπολόνια, τον Αύγουστο του 1980, που προκάλεσε το θάνατο 85 ανθρώπων και τον τραυματισμό εκατοντάδων άλλων.
Ακόμα και σήμερα δεν έχουν πλήρως διαλευκανθεί οι υποθέσεις αυτές. Οι δράστες του μακελειού στην Μπολόνια δεν έχουν ακόμα εντοπιστεί. Γνωρίζουμε, όμως, τον ιδιαίτερο ρόλο που έπαιξαν σε αυτές τις ενέργειες οι διασυνδέσεις των ακροδεξιών ομάδων της Ιταλίας με την αστυνομία και το στρατό, κάτω από την καθοδήγηση των μυστικών υπηρεσιών. Ήταν η περίοδος της «στρατηγικής της έντασης» που επιλέχθηκε στη γειτονική χώρα από το κυρίαρχο τμήμα της πολιτικής τάξης, ως απαραίτητη για να αντιμετωπιστεί η άνοδος της αριστεράς. Ειδικά η επίθεση στην Piazza Fontana θεωρείται ότι οργανώθηκε ως απάντηση στην απεργιακή έκρηξη του «θερμού φθινοπώρου» που προηγήθηκε.
Κοινό στοιχείο στην αντιμετώπιση όλων αυτών των επιθέσεων στην Ιταλία της δεκαετίας του '70 ήταν ότι οι αρχές επιδίωξαν με κάθε θυσία να τις αποδώσουν σε συνωμοσίες ακροαριστερών ή αναρχικών ομάδων. Οι περισσότερες απ' αυτές τις κατηγορίες αποδείχτηκαν αυθαίρετες, αλλά η στόχευση των διωκτικών αρχών δεν στράφηκε παρά ελάχιστα προς την πλευρά των νεοφασιστικών ομάδων.
Με την εξαίρεση της δικτυακής εφημερίδας TVXS, όπου περιλαμβάνονται σχετικές αναλύσεις του Στέλιου Κούλογλου, τα ιστορικά αυτά προηγούμενα δεν φαίνεται να ανησυχούν τους διαμορφωτές της ελληνικής κοινής γνώμης. Δεν τους ανησυχεί ούτε το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν είχαμε στην Ελλάδα επίθεση παρόμοιου είδους και με παρόμοιους στόχους, ενώ στην Ευρώπη επανεμφανίζεται με δραματικό τρόπο το φαινόμενο βίαιων επιθέσεων ρατσιστικού χαρακτήρα από διάφορες ακροδεξιές ομάδες. Πιο χαρακτηριστικό το παράδειγμα των ρατσιστικών επιθέσεων (και πάλι) στην Ιταλία, με κύριο στόχο τους Ρομά και τους μετανάστες, που έφτασε μέχρι τη δολοφονία ενός Ινδού και υποχρέωσε ακόμα και τον ιταλό πρόεδρο να εκφράσει τον αποτροπιασμό του.
Αντίθετα από άλλες ενέργειες που σημειώθηκαν την τελευταία περίοδο στην Αθήνα, η επίθεση στο Στέκι Μεταναστών στην οδό Τσαμαδού στα Εξάρχεια, την προηγούμενη Τρίτη το βράδυ, όχι μόνο είχε σαφώς στόχο να πλήξει άμεσα ανθρώπους, αλλά το τελικό ευτυχές αποτέλεσμα οφείλεται καθαρά στην τύχη κι όχι στην πραγματική πρόθεση των δραστών. Το γεγονός ότι η χειροβομβίδα δεν διαπέρασε τα διπλά τζάμια του Στεκιού (και έτσι δεν πέρασε στο κτίριο, αλλά έπεσε και έσκασε στο δρόμο), ασφαλώς δεν μπορεί να το είχαν προβλέψει αυτοί που σχεδίασαν την επίθεση.
Το ιστορικό και τις λεπτομέρειες της απόπειρας περιγράφουμε σε άλλη στήλη. Οι φωτογραφίες που δημοσιεύουμε πάρθηκαν λίγη ώρα μετά την επίθεση κι είναι αδιάψευστοι μάρτυρες της τυφλής αυτής ενέργειας.
Όμως, το πιο ανησυχητικό στοιχείο της υπόθεσης είναι ο τρόπος που αντιμετωπίστηκε αυτή η υπόθεση από τις υπεύθυνες αρχές, τα πολιτικά κόμματα και -βεβαίως- τα μέσα ενημέρωσης.
Γιατί η χαρακτηριστική αδράνεια όλων των «αρμόδιων φορέων» προδίδει το γεγονός ότι οι «αντιτρομοκρατικοί» σχεδιασμοί τους είναι μονόπλευρα τοποθετημένοι και δεν λειτουργούν όταν όλα τα δεδομένα μαρτυρούν ότι οι δράστες δεν είναι εκείνοι που θα ήθελαν. Στη χειρότερη περίπτωση, αυτή η αδράνεια δείχνει ότι κάποιοι μέσα σ' αυτούς τους αρμοδίους γνωρίζουν κάτι περισσότερο για το χτύπημα.
Και όμως. Στην περίπτωση αυτή, οι αρχές θα είχαν κάθε λόγο να δράσουν άμεσα. Όχι μόνο επειδή από τύχη αποφεύχθηκε μια μεγάλη τραγωδία, αλλά επειδή υπήρχαν από την αρχή σημαντικά στοιχεία για να προσανατολιστεί η έρευνά τους και να αποκαλυφτούν οι ένοχοι. Περιγραφή του δράστη από αυτόπτες μάρτυρες, περιγραφή του αυτοκινήτου διαφυγής, ο αριθμός της πινακίδας του κ.λπ. Απέναντι σε όλα αυτά, η αστυνομία αρκέστηκε την επομένη να δηλώσει ότι ο αριθμός «δεν είναι καταχωρημένος», αφήνοντας μ' αυτή τη διπλωματική απάντηση ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα.
Για να έχει κανείς μέτρο σύγκρισης, μόλις δυο μέρες αργότερα σημειώθηκε επίθεση έξω από τα γραφεία της εφημερίδας «Απογευματινή», με στόχους αυτοκίνητα που βρίσκονταν παρκαρισμένα στην οδό Φειδίου. Αμέσως κινητοποιήθηκε -και καλά έκανε- σύσσωμος ο κρατικός μηχανισμός. Η αστυνομία «εξαπέλυσε ανθρωποκυνηγητό». Επί τόπου βρέθηκε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Ευάγγελος Αντώναρος κι ο γραμματέας του κυβερνητικού κόμματος Λευτέρης Ζαγορίτης.
Ακολούθησαν ανακοινώσεις κομμάτων και προσωπικοτήτων της πολιτικής ζωής, ενώ τα κανάλια είχαν ζωντανές συνδέσεις με την περιοχή και την επομένη αρκετές εφημερίδες ανέδειξαν την είδηση στα πρωτοσέλιδά τους.
Όλα αυτά είναι απολύτως αναμενόμενα. Αυτό που δεν μπορεί να θεωρηθεί αναμενόμενο και να δικαιολογηθεί είναι η απόλυτη σιωπή που ακολούθησε την επίθεση στο Στέκι της οδού Τσαμαδού. Η ΕΛ.ΑΣ. δεν έκρινε το συμβάν άξιο ούτε καν για δελτίο Τύπου. Έστειλε, λέει, SMS προς τους αστυνομικούς συντάκτες! Από τα κόμματα, μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ αντέδρασε άμεσα. Το ΠΑΣΟΚ θυμήθηκε να βγάλει ανακοίνωση την μεθεπομένη. Για την κυβέρνηση, η υπόθεση δεν άξιζε ούτε καν απλή αναφορά. Και να σκεφτεί κανείς ότι τα δυο μεγάλα κόμματα έχουν στην κορυφή της πολιτικής τους ατζέντας το ζήτημα της ασφάλειας.
Θα μπορούσε κανείς να αποδώσει την αδράνεια των αρχών και των κομμάτων στις παθογένειες του κρατικού μηχανισμού και του πολιτικού συστήματος. Αλλά δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Το εξωφρενικό στην περίπτωση αυτή είναι ότι, αμέσως μετά τις πρώτες αντιδράσεις, η αστυνομία άρχισε να διοχετεύει προς τα δεκτικά μέσα ενημέρωσης την «υποψία» ότι πίσω από ενέργεια αυτή μπορεί να κρύβονται άτομα του «αντιεξουσιαστικού χώρου», τα οποία έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς με το Δίκτυο για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα.
Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από το Βήμα (26/2): «Αξιωματικοί της Κρατικής Ασφάλειας και της Αντιτρομοκρατικής που παρακολουθούν τα τεκταινόμενα στον χώρο των αντιεξουσιαστικών ομάδων και ένοπλων ομάδων ισχυρίζονταν ότι είχαν το τελευταίο διάστημα πληροφορίες ότι "οι διαδοχικές επιθέσεις της Σέχτας Επαναστατών γίνονται χωρίς καμιά προεργασία και το περιεχόμενο των προκηρύξεών της έχει ενοχλήσει πολλούς στον αντιεξουσιαστικό χώρο. Τα άτομα αυτά φαίνεται να έχουν ενοχληθεί από την επιθετικότητα και το ύφος της ομάδας καθώς ανησυχούν ότι η δράση της θα δημιουργήσει προβλήματα στον ευρύτερο αντιεξουσιαστικό χώρο"».
Από τις ίδιες πηγές «αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ.» που επικαλείται το «Βήμα» καταγράφεται και η πρόθεση να απαλλαγεί προκαταβολικά η ακροδεξιά τρομοκρατία από οποιαδήποτε σχετική ευθύνη: «Τα τελευταία χρόνια δεν έχει καταγραφεί συμβάν με τέτοιου είδους επίθεση από φασιστικές οργανώσεις. Συνήθως δημιουργούν ομάδες για να χτυπούν αντιεξουσιαστές στη διάρκεια συγκεντρώσεών τους. Χρησιμοποιούν ρόπαλα, σιδερένιες γροθιές και άλλα παρόμοια μέσα. Όμως ποτέ τον τελευταίο καιρό δεν έχουν χρησιμοποιήσει όπλα, βόμβες, ούτε βεβαίως χειροβομβίδες».
«Οι αστυνομικοί της Κρατικής Ασφάλειας που ανέλαβαν την υπόθεση», γράφει και ο «Ελεύθερος Τύπος» (26/2), «αν και όπως λένε εξετάζουν όλα τα ενδεχόμενα, χθες δεν απέκλειαν το περιστατικό να εντάσσεται "σε ενέργεια αντίπαλης ομάδας του αντιεξουσιαστικού χώρου"».
Παρόμοιες πληροφορίες μεταφέρει και η «Καθημερινή»: «Αποστάσεις από τη συγκεκριμένη ερμηνεία (δηλαδή ότι πρόκειται για φασιστική παρακρατική ενέργεια) κρατούν πάντως οι αρχές. Σύμφωνα μάλιστα με αξιωματικούς δεν αποκλείεται το συμβάν να οφείλεται σε κάποιου είδους αντιπαράθεσης-κόντρας μεταξύ των μελών του Δικτύου και ομάδων αναρχικών ή περιθωριακών στοιχείων που κινούνται στην περιοχή των Εξαρχείων».
Στα ίδια δημοσιεύματα συσχετίζεται η χειροβομβίδα στο Στέκι (που έσκασε) με μια άλλη χειροβομβίδα (που δεν έσκασε) τρεις βδομάδες νωρίτερα στο Αστυνομικό Τμήμα Κορυδαλλού και αποδόθηκε στη «Σέχτα». Οι αστυνομικές πηγές αναφέρουν στο «Βήμα» ότι «και αυτή η χειροβομβίδα δεν εξερράγη». Αλλά η δεύτερη, όπως όλοι γνωρίζουμε, έσκασε. Τι εννοεί ο ποιητής μ' αυτή τη διατύπωση;
Αφήνουμε κατά μέρος το απαράδεκτο φαινόμενο που επαναλαμβάνεται για πολλοστή φορά, ότι δηλαδή οι δημοσιογραφικές στήλες γίνονται κανάλι διοχέτευσης «ανώνυμων» πληροφοριών από «πηγές» της Αστυνομίας, με αποτέλεσμα να μετατρέπονται οι εφημερίδες σε όργανο ελεγχόμενης (παρα)πληροφόρησης των αρχών.
Το πιο ενδιαφέρον κοινό στοιχείο σε όλα αυτά τα ρεπορτάζ, που μονοπώλησαν σχεδόν τις (ελάχιστες) στήλες που ασχολήθηκαν με την υπόθεση, είναι η αμφισβήτηση του προφανούς χαρακτήρα αυτής της ενέργειας. Γιατί όλη αυτή η φημολογία περί κόντρας Δικτύου και «αναρχικών ομάδων» (στην οποία πρέπει δήθεν να αποδώσουμε την επίθεση) έχει τόση αξία, όση θα είχε να αναζητούμε στις αντιθέσεις του κ. Βουλγαράκη με τον πεθερό του τις βομβιστικές επιθέσεις στο σπίτι του ή να ψάχνουμε τους οινοπαραγωγούς ανταγωνιστές του κ. Πάγκαλου πίσω από τις πρόσφατες καταστροφές στο πολιτικό του γραφείο.
Όσο για τις «εκτιμήσεις αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ.» που υιοθετούνται χωρίς δεύτερη σκέψη από τον Τύπο, ότι δηλαδή τον τελευταίο καιρό οι ακροδεξιές παρακρατικές ομάδες δεν χρησιμοποιούν βόμβες και δεν μπορεί να επιτέθηκαν στο Στέκι, μπορούμε να αναφέρουμε τουλάχιστον μια ντουζίνα ανάλογων επιθέσεων. Στις περισσότερες απ' αυτές που έχουν δεχτεί συνοικιακά στέκια ή κτίρια καταλήψεων οι δράστες επιχείρησαν να κάψουν τα μέλη των συλλογικοτήτων που δραστηριοποιούνται σ' αυτά. Αναφέρουμε ενδεικτικά τον εμπρησμό του Στεκιού της Πρωτοβουλίας Κατοίκων στα Νότια (Γλυφάδα, 4/1/08) την επίθεση στη Λέσχη Υπογείως στην Καλλιδρομίου (Πρωτοχρονιά 2008), την εμπρηστική επίθεση στα γραφεία του Εξωραϊστικού Πολιτιστικού Συλλόγου «Ο Ιλισός» (8/1/08), στα γραφεία του Κινήματος της Πόλης στου Ζωγράφου (26/1/08), στην κατάληψη του κτήματος Πραπόπουλου στο Χαλάνδρι (25/3/08). Δυο εμπρηστικές επιθέσεις έχει δεχτεί και το στέκι στη βίλα Αμαλίας στην Αχαρνών (18 και 19/5/08).
Σε μια από τις δύο επιθέσεις στον αυτοδιαχειριζόμενο χώρο «Θερσίτης» στους Αγ. Αναργύρους (27/6/07) ο εμπρησμός έγινε με αυτοσχέδιο μηχανισμό, στον οποίο είχαν χρησιμοποιηθεί φυσίγγια και σφαίρες, κάτι που προφανώς δυσκολεύονται να θυμηθούν οι «αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ.» με τις προσβάσεις στα ΜΜΕ.
Οι διαρροές των «αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ.» έδωσαν την ευκαιρία στους άμεσα ενδιαφερόμενους να οχυρωθούν πίσω από τη «θεωρία» ότι η τυφλή δολοφονική επίθεση στο Στέκι μπορεί να οργανώθηκε από «αντιεξουσιαστές» που έχουν «διαφορές» με το Δίκτυο. Οργανώσεις και έντυπα της ακροδεξιάς έσπευσαν να υιοθετήσουν το επιχείρημα, που απαλλάσσει τους ίδιους και τους ομοϊδεάτες τους από κάθε ενδεχόμενη υποψία.
Τα μπλογκ του εθνικιστικού χώρου προχωρούν μάλιστα το συλλογισμό κι επιχειρούν να πείσουν τους αφελείς ότι πρόκειται για συνωμοσία της παγκοσμιοποίησης και, εφόσον το Δίκτυο και οι μετανάστες είναι γνωστοί «παγκοσμιοποιητές», έριξαν μόνοι τους τη χειροβομβίδα για να ενοχοποιήσουν τους «πατριώτες» (δηλαδή τους οργανωμένους ακροδεξιούς εθνικιστές) που αποτελούν τη μόνη αντίσταση στο «σύστημα»!
Πρώτη πρώτη η Χρυσή Αυγή. Παρά το γεγονός ότι ήταν απασχολημένη με τη δίκη του Περίανδρου που διεξαγόταν στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κακουργημάτων, η ναζιστική ομάδα πρόλαβε να βγάλει και ανακοίνωση, στη φούρια της να δείξει ότι είναι νομιμόφρων οργάνωση, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για προβοκάτσια με στόχο την αποσταθεροποίηση, την οποία η ίδια δεν επιθυμεί:
«Η Χρυσή Αυγή καταγγέλλει όσους ανεύθυνα, συκοφαντικά και σκόπιμα αφήνουν υπαινιγμούς εις βάρος της για πράξεις και ενέργειες, οι οποίες δεν έχουν σχέση με την δραστηριότητά της. [...] Όλα αυτά σε σχέση με ένα γεγονός που βρωμάει από χιλιόμετρα προβοκάτσια. Μια έκρηξη στο κέντρο των Εξαρχείων, αριθμοί αυτοκινήτων που εξαφανίζονται, μάρτυρες που δεν εμφανίζονται και άλλες πολλές παράξενες συμπτώσεις και λεπτομέρειες. Εάν μάλιστα η έκρηξη αυτή είχε σκοπό δολοφονικό, που εάν τα στοιχεία που δίνονται στη δημοσιότητα είναι αληθή, είχε, τότε βρισκόμαστε ενώπιον ενός σχεδίου πλήρους αποσταθεροποίησης! [...] Σκοτεινοί μηχανισμοί κινούνται ασύδοτα και προβοκατόρικα, έχοντας προφανώς υψηλή κάλυψη και είναι πέρα για πέρα ψευδές και συκοφαντικό χωρίς κανένα στοιχείο για μία ακόμη φορά να εμπλέκουν την Χρυσή Αυγή».
Από κοντά και ο χουντικός «Ελεύθερος Κόσμος», με κύριο άρθρο του εκδότη του Δημήτρη Ζαφειρόπουλου. «Η επίθεση στο στέκι των μεταναστών, στα Εξάρχεια, είναι καθ' όλα ύποπτη», γράφει ο παλιός Χρυσαυγίτης, ο οποίος κινείται τώρα στις παρυφές του ΛΑΟΣ. «Στα υπόγεια της παγκοσμιοποίησης σχεδιάστηκε η προβοκάτσια».
Ενδιαφέρον έχει το βασικό επιχείρημα του κ. Ζαφειρόπουλου, ότι κάτι τέτοιο στη συγκυρία θα ήταν αντιπαραγωγικό για την ακροδεξιά: «Θα ήταν αυτοκτονικό, τη στιγμή που αυτός ο χώρος μετά από 35 χρόνια βγαίνει από το φάσμα της περιθωριοποίησης, να εμπλακεί σε τέτοιες δραστηριότητες».
Την εξήγηση τι ακριβώς εννοούν με τον όρο «προβοκάτσια» πρώην και νυν Χρυσαυγίτες τη δίνει η χουντοβασιλόφρων «Ελεύθερη Ώρα» σε πρωτοσέλιδο σχόλιό της, όπου αντιγράφεται ευφάνταστο σενάριο από εθνικόφρον μπλογκ: «Σε λίγο καιρό, όποτε οι σχεδιαστές κρίνουν [...] κάποιος μετανάστης θα παίξει το ρόλο του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Μάλλον κάποιος φουκαράς, ενδεχομένως και νόμιμος. Όσο πιο αθώος είναι τόσο το καλύτερο. Για το ρόλο του Κορκονέα πάλι, κανένα πρόβλημα. Κι αν δεν υπάρξει θερμοκέφαλος-ανεγκέφαλος ντόπιος, θα βρεθεί κάποιος κομπάρσος προβοκάτορας με ξυρισμένο κεφάλι». Αυτό το επεισόδιο -πάντα κατά την εφημερίδα του κ. Μιχαλόπουλου- θα προκαλέσει εξέγερση, φόνους, ταραχές, πλιάτσικο, νομιμοποίηση των μεταναστών, κ.λπ.
Αξιοπρόσεκτο το σενάριο αυτό, γιατί μοιάζει εξαιρετικά με τους πολιτικούς οραματισμούς που περιγράφει ο εκπρόσωπος Τύπου του Βαγγέλη Μεϊμαράκη στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας, Νίκος Χιδίρογλου στο βιβλίο του «Όχι στην Παλιά Πόλη» (εκδ. Ερωδιός, Θεσ/νίκη 2007).
Για το περιεχόμενο του βιβλίου που ήδη θεωρείται ευαγγέλιο στους κύκλους της ακροδεξιάς έχουμε γράψει αναλυτικά («Ο "μαύρος" του κ. Μεϊμαράκη», 2/11/08), χωρίς να λάβουμε υπεύθυνη απάντηση από τον υπουργό ή από τον συνεργάτη του, ο οποίος σημειωτέον είναι τακτικός συνεργάτης της «Ελεύθερης Ώρας».
Αλλά η υπόθεση δεν σταματά εδώ. Το κερασάκι στην τούρτα προέρχεται και πάλι από την «Ελεύθερη Ώρα», στην οποία έκανε την εμφάνισή της με πρωτοσέλιδη προκήρυξη η συνωμοτική οργάνωση αστυνομικών ΑΣΠΙΣ (Αστυνομική Πατριωτική Ισχύς), η οποία υιοθετεί όλη την επιχειρηματολογία των ακροδεξιών ομάδων κηρύσσοντας ανένδοτο κατά της αριστεράς και ανταρσία κατά της ηγεσίας της ΕΛ.ΑΣ. Δεν γνωρίζουμε αν αυτή η ΑΣΠΙΣ υπάρχει ή είναι εφεύρεση της εφημερίδας. Το σίγουρο είναι ότι, από τη στιγμή που δημοσιεύεται η προκήρυξη, κάποιοι θέλουν να υπάρξει. Σε συνδυασμό με την τυφλή δολοφονική επίθεση στο Στέκι, η εμφάνιση της ΑΣΠΙΣ επιβεβαιώνει όσους μιλούν εδώ και αρκετό καιρό για τη γέννηση ενός πραγματικού παρακράτους.

http://www.enet.gr/online/online_fpage_text/id=69025460,83199028,91024820,96957236

Δεν υπάρχουν σχόλια: