Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2008

Η άγνωστη Κίνα: μια χώρα, δύο συστήματα


Στην άκρη του Ειρηνικού Ωκεανού, το έντονο ασιατικό άρωμα της Κίνας μπερδεύεται με δύο από τις πιο καπιταλιστικές οικονομίες του κόσμου. Τα «μαργαριτάρια» της Νότιας Θάλασσας: το Χονγκ Κονγκ και το Μακάο. Οι δύο ειδικές διοικητικές περιφέρειες της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, που μέχρι και τον 20ό αιώνα αποτελούσαν αποικίες δυτικών κρατών. Σήμερα, αντιμετωπίζονται ως «μία χώρα αλλά δύο συστήματα». Την ώρα που διαθέτουν αυτονομία σχετικά με το νομικό σύστημα, τη νομισματική και τελωνειακή πολιτική, τις διεθνείς αντιπροσωπίες και τους νόμους μετανάστευσης, η Κίνα φροντίζει για ζητήματα άμυνας και εξωτερικών σχέσεων.
Σταυροδρόμι του παγκόσμιου εμπορίου, παράδεισος του shopping, αρχιπέλαγος των αντιθέσεων, έδρα του απόλυτου καπιταλισμού, Μανχάταν της Ασίας, όαση για κάθε λογής επιχειρηματικότητα. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που πίστεψαν πως όλα θα άλλαζαν από τη μια στιγμή στην άλλη, αμέσως μετά την παράδοση του Χονγκ Κονγκ στην κομμουνιστική Κίνα. Πολλοί βρέθηκαν μπροστά στο δίλημμα: Να μείνουν ή να φύγουν; Πιο φοβισμένη η ελίτ των νεαρών αμερικανοσπουδασμένων Κινέζων, που για χρόνια έβρισκαν εκεί καταφύγιο ελευθερίας και ανεμπόδιστης δράσης. Τόσο κοντά και τόσο μακριά από την πατρίδα…
Οι Κασσάνδρες διαψεύστηκαν. Η Κίνα τίμησε το «συμβόλαιο». Έντεκα χρόνια μετά τη «μεγάλη επιστροφή», το 1997, το Χονγκ Κονγκ εξακολουθεί να προσφέρει τις ίδιες συγκινήσεις σε ντόπιους και ξένους. Όταν πρόκειται για το «ναό του παγκόσμιου εμπορίου» όλα γίνονται ξαφνικά πολύ χαλαρά.
Μικρός τόπος, μόλις 588 τ.χλμ., πάντοτε τα χωρούσε όλα: Ουρανοξύστες σε παράταξη, φωτεινές επιγραφές, παραδοσιακές κινεζικές συνοικίες και γραφικά ψαράδικα χωριά. Υπερσύγχρονα μέσα μεταφοράς –πλωτά και σιδηροδρομικά– και ταπεινά ψαροκάικα. Καταστήματα που καθηλώνουν με τη λάμψη των εμπορευμάτων τους και επιβλητικούς βουδιστικούς ναούς. Από το κέντρο της πόλης με τους ξέφρενους ρυθμούς της ως τη γραφική Χερσόνησο του Κολούν και τα 235 νησιά του αρχιπελάγους, όλα συνθέτουν μια εικόνα αντιφάσεων. Οι ντόπιοι έμαθαν να ζουν μ’ αυτό. Και δήλωναν πάντα πως σέβονταν το ίδιο τη βασίλισσα Ελισάβετ και την προστάτιδα των ψαράδων Τιν Χάου!
Λένε πως το Χονγκ Κονγκ ιδρύθηκε από Άγγλους εμπόρους στα τέλη του 17ου αιώνα. Αλλά οι ρίζες της ιστορίας του χάνονται στο χρόνο. Υπάρχουν αποδείξεις για παρουσία ανθρώπων στην περιοχή τρεις χιλιάδες χρόνια π.Χ. Και ήδη, από τον 3ο αιώνα π.Χ., ομάδες ψαράδων είχαν εγκατασταθεί στα νησιά. Πολλά άλλαξαν από εκείνη την 28η Ιανουαρίου του 1841, που ο πλοίαρχος και πρώτος κυβερνήτης Τσαρλς Έλιοτ ύψωσε στο Χονγκ Κονγκ τη βρετανική σημαία, ως συνέπεια της Συμφωνίας του Τσουέν Πε. Είκοσι χρόνια αργότερα, η θαλασσοκράτειρα Βρετανία αποκτούσε και τη Χερσόνησο του Κολούν. Το 1888 λειτούργησε για πρώτη φορά ο σιδηρόδρομος προς την Κορυφή της Βικτώριας. Σήμερα, ο πύργος της Κορυφής είναι ένα από τα σημαντικότερα σημεία επίσκεψης, καθώς προσφέρει πανοραμική θέα του αρχιπελάγους. Η βόλτα ως εκεί με το υπερσύγχρονο πλέον τρένο και το τελεφερίκ θεωρείται απαραίτητη ακόμη και για τους πιο βιαστικούς. Το 1898, με τη Δεύτερη Συνθήκη του Πεκίνου, η περιοχή, γνωστή πλέον με την ονομασία «Νέα Εδάφη», νοικιάστηκε από την Κίνα στη Βρετανία, για 99 χρόνια. Η περίοδος της ενοικίασης έληξε το 1997.
Το Χονγκ Κονγκ συνέχισε να συνδυάζει τη μυστηριακή γοητεία της Κίνας με τα λαμπερά φώτα του καπιταλισμού. Παρέμεινε ο ιδανικός τόπος για ψώνια – λένε χαρακτηριστικά πως δεν υπάρχει τίποτε που να μην μπορεί ακόμη και ο πιο απαιτητικός να βρει στα στριμωγμένα μαγαζιά του. Ακόμη και γουναρικά, παρά το ζεστό του κλίμα. Ακόμη και τη νύχτα, γιατί η πόλη δεν κοιμάται ποτέ. Το Χονγκ Κονγκ διαθέτει τα περισσότερα κοσμηματοπωλεία ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο από οποιοδήποτε μέρος του κόσμου. Κάθε χρόνο πωλούνται εκεί πολύτιμοι λίθοι αξίας άνω των 3 δισεκατομμυρίων λιρών Αγγλίας. Θεωρείται η τρίτη μεγαλύτερη αγορά διαμαντιών στον κόσμο. Και βέβαια, εκεί βρίσκεται ο παράδεισος των ηλεκτρονικών ειδών.
Αλλά και ο παράδεισος των γεύσεων, δυτικών και ασιατικών, με πάνω από έξι χιλιάδες εστιατόρια. Πιο χαρακτηριστικά τα πλωτά εστιατόρια του Αμπερντίν, όπου διαλέγεις τα ψαρικά που θα γευτείς μέσα από τεράστια ενυδρεία.
Από την Κορυφή ως τη συνοικία Στάνλεϋ, από την πλατεία του Αγάλματος ως το Μεγάλο Βούδα και το μοναστήρι Πο Λιν, όλα μαρτυρούν το σπάνιο συνδυασμό του οικονομικού θαύματος με την ευλαβική διατήρηση της παράδοσης και του αυθεντικού. Η συνύπαρξη υπήρξε πάντοτε ιερή εδώ. Και η ειρωνεία το μοναδικό όπλο στις διαφωνίες ανάμεσα σε φυλές και εθνότητες. Κινέζοι και Βρετανοί, Ασιάτες και Εβραίοι, κινούνται αριστοτεχνικά σε ουρανοξύστες και στην αγορά, χρησιμοποιούν τα πιο σύγχρονα μέσα μεταφοράς, εκμεταλλεύονται και την τελευταία λέξη της τεχνολογίας, δουλεύουν σκληρά και διασκεδάζουν, πουλάνε κι αγοράζουν, υποκλίνονται στο θεό του εμπορίου και προσεύχονται μπροστά σε χρυσοποίκιλτους Βούδες. Η Κίνα και οι απαγορεύσεις της, το Θιβέτ και η πλατεία Τιεν Αν Μεν βρίσκονται πολύ μακριά…
Απέναντι από το Χονγκ Κονγκ, στη νοτιοανατολική ακτή της Κίνας και αγκυροβολημένο στη δυτική πλευρά του ποταμού Περλ, βρίσκεται το Μακάο. Για πολλούς αποτελεί την «καρδιά της Ασίας», αφού εκτός από την οικονομική ανάπτυξη, είναι περικυκλωμένο από την Ταϊλάνδη, την Ιαπωνία, τη Σιγκαπούρη και τη Νότιο Κορέα. Το Μακάο είναι μια από τις παλαιότερες ευρωπαϊκές αποικίες. Μέχρι το 1999, όταν και μεταβιβάστηκε στη διοίκηση της Κίνας, αποτελούσε κτήση της Πορτογαλίας. Η μεταβίβαση ορίζει τη διατήρηση της υψηλής αυτονομίας του Μακάο τουλάχιστον ως το 2049, πενήντα χρόνια μετά τη σύναψη της συνθήκης ανάμεσα σε Πορτογαλία και Κίνα. Σήμερα, διατηρεί πολλά από τα αποικιοκρατικά στοιχεία του παρελθόντος. Οι καθολικοί ναοί αναμιγνύονται με τους βουδιστικούς και χάνονται κάτω από τους επιβλητικούς ουρανοξύστες και τα γιγάντια καζίνο, που θυμίζουν Λας Βέγκας. Η έκτασή του είναι μόλις 28 τετραγωνικά χιλιόμετρα και ο πληθυσμός του ξεπερνάει τις 520.000 κατοίκους.
Οι πρώτοι κάτοικοι του Ου Μουν –η αρχική ονομασία του Μακάο– ήταν ψαράδες από το Φουτζιάν και αγρότες από το Γκουαντόνγκ. Από τότε ξεκινάει και η εμπορική δράση στην περιοχή, την οποία οι ντόπιοι αποκαλούσαν Α Μα Γκάο (περιοχή της Α Μα), προς τιμήν της θεάς που προστατεύει τους ναυτικούς. Σε αντίθεση με το Χονγκ Κονγκ, το Μακάο ουσιαστικά παραδόθηκε στους Πορτογάλους μετά τη σύναψη συμφωνίας με τη δυναστεία των Μινγκ τη δεκαετία του 1550. Οι άποικοι εγκλιματίστηκαν γρήγορα. Έκτισαν φρούριο και έστρωσαν νέους δρόμους. Αργότερα, κατασκεύασαν νοσοκομεία, διοικητικά κτίρια, εκκλησίες, καθώς και το κολέγιο του Αγίου Πέτρου, το πρώτο πανεπιστήμιο δυτικού τύπου στα βάθη της Ανατολής. Μεταξωτά, μπαχαρικά και πορσελάνη διακινούνται σε ολόκληρο τον κόσμο, ευνοούμενα από την κομβική θέση του Μακάο. Το κέντρο του εμπορίου ήταν πλέον πραγματικότητα. Στα τέλη του 19ου αιώνα όμως το Χονγκ Κονγκ ξεπέρασε το Μακάο σε εμπορική δύναμη, αναγκάζοντας τους περισσότερους οίκους να το εγκαταλείψουν. Από την εποχή των Πορτογάλων και μετά τη μεταβίβαση στην Κίνα, το Μακάο διατηρεί ακόμη μια από τις πλέον καπιταλιστικές και πλούσιες οικονομίες παγκοσμίως. Στηρίζεται κυρίως στην κλωστοϋφαντουργία, στην εξαγωγή ενδυμάτων και τον τουρισμό, που είναι άμεσα συνδεδεμένος με τα καζίνο. Αν και το Μακάο «χτυπήθηκε» από την ασιατική κρίση του 1997-1998 και την παγκόσμια ύφεση του 2001, η οικονομία του γνωρίζει μεγάλη άνθηση, με το ΑΕΠ να ενισχύεται κατά 13,1% κάθε έτος μέχρι το 2006. Το 2007 το ΑΕΠ του Μακάο εκτοξεύτηκε κατά 31,4%, λόγω της αύξησης του τουριστών, μετά την άρση ορισμένων απαγορεύσεων που είχε επιβάλει η Κίνα. Το 2007 κατέφτασαν στην περιοχή περίπου 25 εκατ. τουρίστες. Επιπλέον, το Μακάο αποτελεί τόπο ανάπτυξης των offshore επιχειρήσεων, καθώς διαθέτει μικρή φορολογία, ενώ το λιμάνι του είναι απολύτως ελεύθερο σε ελέγχους του ξένου συναλλάγματος. Κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, η οικονομία της χώρας ενισχύθηκε από την ανάπτυξη της ελαφριάς βιομηχανίας, την αύξηση των εργατικών χεριών εξαιτίας της εισροής μεταναστών από την ηπειρωτική Κίνα και τον τουρισμό.
Αναμφισβήτητα για τη Χερσόνησο του Μακάο, ο τουρισμός ισούται με τα περίπου 30 καζίνο του και δίκαια διεκδικεί τον τίτλο «Μέκκα του τζόγου» που αποδίδεται στο Λας Βέγκας. Στην πρώτη και δεύτερη θέση της λίστας με τα καλύτερα καζίνο στον κόσμο φιγουράρουν το Venetian και το Sands, που βρίσκονται στο μικρό Μακάο. Βασιλιάς των επιχειρήσεων του τζόγου είναι ο Στάνλεϋ Χο, ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο. Το μότο του με το οποίο πιστεύεται ότι έχτισε και τα 17 καζίνο που του ανήκουν στο Μακάο είναι η φράση «δεν έχω τίποτα να χάσω». Ίσως βέβαια να μην είχε την ίδια άποψη αν έπαιζε σε καζίνο, καθώς ο κ. Χο δεν πιάνει ποτέ στα χέρια του την τράπουλα. Για 40 χρόνια, ο Στάνλεϋ Χο είχε το μονοπώλιο των καζίνο αλλά από το 2004 οι αμερικανικές Las Vegas Sands Corp και Galaxy Casino SA δραστηριοποιούνται στην περιοχή. Τα εισοδήματα από τον τζόγο αντιπροσωπεύουν το 25% του ΑΕΠ και περίπου το μισό από τα φορολογικά έσοδα.
Εκεί όμως που σταματάει ο τζόγος και οι επενδύσεις είναι το σημείο που –όπως λένε οι περισσότεροι– αρχίζει το αληθινό Μακάο. Τα ίχνη της παλιάς πόλης εντοπίζονται στο λιμάνι και μόνο κατά τη διάρκεια της νύχτας. Το σκηνικό και ο υποβλητικός φωτισμός μαγνητίζουν τους «ρομαντικούς» επισκέπτες που αναζητούν κάτι από τη δεκαετία του ’30.

http://www.e-tipos.com/pdfViewer?selectedinsert=28

Δεν υπάρχουν σχόλια: